Αμφισβήτηση και αποτελεσματικότητα

Για τον Νίκο Δήμου, «αμφισβήτηση είναι η έκφραση του ελεύθερου, του ζωντανού, του ανοικτού πνεύματος, που δεν δέχεται τίποτα ως δεδομένο, απόλυτο, τελεσίδικο, αλλά κρίνει, εξετάζει, αναθεωρεί, ελέγχει διαρκώς και δεν επαναπαύεται σε δόγματα».

  • Από τον Γιάννη Χ. Κουριαννίδη

Η αμφισβήτηση κατά κανόνα βρίσκει τη δυναμικότερη έκφρασή της στη νεολαία. Με δεδομένο μάλιστα ότι στις αναπτυγμένες κοινωνίες η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση πραγματοποιείται με πολύ πιο αργές διαδικασίες απ’ ό,τι στις μη αναπτυγμένες κοινωνικά και οικονομικά χώρες, ο χώρος της νεολαίας είναι ευρύτερος στις κοινωνίες αυτές, άρα και η αμφισβήτηση είναι εντονότερη. Όπως είναι λογικό, μάλιστα, αυτή δεν περιορίζεται σε μια απλή καταγγελία των πρακτικών και των θέσεων της εξουσίας, αλλά επιζητούνται τρόποι και μέθοδοι σύγκρουσης με αυτήν.

Τα τελευταία χρόνια, το κύμα αμφισβήτησης έχει ξεπεράσει παγκοσμίως κατά πολύ τα στενά όρια της νεολαίας και έχει απλωθεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η προδιάθεση της νεολαίας για αποδοκιμασία του κατεστημένου ήρθε και συναντήθηκε με τις ανησυχίες των μεγαλύτερων ηλικιών για μια επικείμενη ανατροπή ενός οικονομικού και κοινωνικού συστήματος αξιών, με το οποίο είχαν συνηθίσει να ζουν ή ακόμη και είχαν συντελέσει στη δόμησή του.

Η άτακτη υποχώρηση του ιδεολογήματος της παγκοσμιοποίησης, η υποδούλωση των κρατικών οικονομιών και των πολιτών των χωρών σε υπερκρατικά και υπερεθνικά απρόσωπα funds, αλλά και η πρόσφατη άκομψη προσπάθεια επιβολής μιας «νέας κανονικότητας», με αφορμή την υγειονομική κρίση του κορωνοϊού, αποτέλεσαν πιθανότατα τα αίτια για την ανάπτυξη αυτού του κύματος γενικευμένης κοινωνικής αμφισβήτησης.

Ειδικότερα στην πατρίδα μας, η προδοσία των Πρεσπών και οι απαράδεκτοι κυβερνητικοί χειρισμοί στο φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης ήταν άλλοι δύο σημαντικότατοι παράγοντες που ευνόησαν αυτό το φαινόμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι βιώσαμε τα τελευταία χρόνια (ειδικότερα από την υπογραφή των Μνημονίων και μετά), σε τρεις περιπτώσεις, μαζικές και με σημαντική διάρκεια διαδηλώσεις με συγκρουσιακές καταστάσεις στους δρόμους και στις πλατείες όλης της χώρας.

Οι «αγανακτισμένοι», οι πολέμιοι της προδοτικής Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και οι εν εξελίξει αντιδράσεις στην επιβολή των περιοριστικών μέτρων για την εξάπλωση του κορονοϊού διακρίθηκαν από τη μαζικότητά τους, τον παλμό τους, τη δυναμική τους, τον υπερκομματικό χαρακτήρα τους, με κοινό σε όλες τις περιπτώσεις το χαρακτηριστικό να έχουν ενεργοποιηθεί κοινωνικές δυνάμεις σε λήθαργο και άνθρωποι χωρίς παρελθόν σε κινητοποιήσεις και δράσεις πεζοδρομίου.

Μέχρι στιγμής, το σύστημα εξουσίας δείχνει ότι αντιμετωπίζει όλες αυτές τις κινητοποιήσεις αποτελεσματικά και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ίσως διότι αυτή η «ζωτική αυτοκατάφαση» και «νομοτελειακά υπαρξιακή ανάγκη», κατά τον Άγγελο Τερζάκη, κατέπεσε σε αυτοσκοπό, δηλαδή σε κάτι «εσωτερικά άσκοπο». Όπως γράφει, «το άλας της γης είναι τα “άταχτα παιδιά”. Μόνο που και σ’ αυτό το στρατόπεδο χρειάζονται προσεκτικές διακρίσεις. Οι ποικιλίες είναι άπειρες. Κι εδώ θα βρούμε τη συστατική αγνότητα πλάι στην περιστασιακή, κι αυτές πάλι να διαγκωνίζονται με την αγυρτεία».

Η απουσία συγκεκριμένης πολιτικής στόχευσης και ιδεολογικής συγκρότησης είχε ως αποτέλεσμα η δυναμική αυτών των κινητοποιήσεων να αποβεί εκμεταλλεύσιμη από γραφικούς και απατεώνες της πολιτικής, να απαξιωθεί και να εκτονωθεί χωρίς αποτέλεσμα για την κοινωνία και το έθνος, αλλά με παχυλά οικονομικά οφέλη για τους επιτηδείους.

Είναι βέβαιο ότι αυτές οι κοινωνικές διεργασίες, παρά τη βραχυπρόθεσμη αποτυχία τους, ενέχουν τον σπόρο μιας πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει χρόνος διαθέσιμος για κάτι τέτοιο…

*Επικεφαλής Δημοτικής Κίνησης «Θεσσαλονίκη Πόλη Ελληνική» [email protected]

Σχολιάστε