Από το ΠΑΣΟΚ στο ΚΙΝΑΛ: η διαδρομή ενός κινήματος που άλλαξε την Ελλάδα και σήμερα είναι σε βέρτιγκο

Από πλευρά δομής αισθητικής, δομής, ρητορικής και έκτασης είχε όλες τις προδιαγραφές για να είναι ένα κλασικό κείμενο. Μικρή σημασία είχε εάν πολλά σημεία ήταν ασαφή και σε αρκετές περιπτώσεις οι διατυπώσεις παρέπεμπαν ταυτόχρονα προς την ιστορική κληρονομιά του Κέντρου και προς την Αριστερά και μάλιστα στην εκδοχή του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού.

Το βασικό ήταν ότι η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη μπορούσε να συγκεφαλαιώνει τη δυναμική μιας κοινωνίας που έβγαινε μέσα από μια δικτατορία και επιθυμούσε μια ριζική τομή με το μετεμφυλιακό αυταρχικό κράτος και τα διεθνή στηρίγματά του και απαιτούσε έναν δημοκρατικό δρόμο που θα μπορούσε να αναδείξει τα λαϊκά στρώματα σε πρωταγωνιστές.

Το ίδιο το κείμενο ισορροπούσε ανάμεσα στην επιμονή στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ και την ανάγκη εθνικής ανεξαρτησίας, πράγματα αναμενόμενο εάν σκεφτούμε ότι γράφτηκε λίγες μέρες μετά τον Αττίλα ΙΙ στην Κύπρο και απευθυνόταν σε μια κοινωνία που είχε πλήθος λόγους να θεωρεί τις ΗΠΑ βασικό στήριγμα της δικτατορίας των Απριλιανών, και ένα αίτημα σοσιαλιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού που αναλογούσε σε αναζητήσεις ευρύτερων κοινωνικών κομματιών εκείνη την περίοδο.

Με αυτό τον τρόπο μπορούσε ταυτόχρονα να διεκδικεί από την παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά την εκπροσώπηση των ανεκπλήρωτων οραμάτων του ΕΑΜ και των μετεμφυλιακών δημοκρατικών αγώνων και ταυτόχρονα να διεκδικεί να είναι η συνέχεια του προδικτατορικού Κέντρου, στην «αγωνιστική» ταυτότητα που το τελευταίο απέκτησε σταδιακά μετά τον Ανένδοτο και ιδίως μετά την Αποστασία και τα Ιουλιανά του 1965.

Και όντως το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να αλλάξει τους όρους του πολιτικού σκηνικού. Ήδη από τις εκλογές του 1974 κατάφερε να ξεπεράσει εκλογικά την κομμουνιστική αριστερά, στις εκλογές του 1977 μπόρεσε να οικειοποιηθεί εκλογικά και το μεγαλύτερο μέρος του Κέντρου και το 1981 να πετύχει έναν εκλογικό θρίαμβο.

Συνηθίζουμε να τα αποδίδουμε στη δυναμική της προσωπικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου. Παρότι σίγουρα η δυναμική και πολυσχιδής προσωπικότητα του ιστορικού ηγέτη του ΠΑΣΟΚ έπαιξε μεγάλο ρόλο, δεν πρέπει να υποτιμάμε τη σημασία που είχε η συσπείρωση στελεχών από όλη την Ελλάδα, η απήχηση στη νεολαία, η δυναμική σε χώρους επιστημόνων, όπως και η συνεισφορά που είχαν όλοι αυτοί στη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος που φαινόταν ικανό να συγκινήσει ένα ευρύτερο μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων.

Το ΠΑΣΟΚ αλλάζει τη χώρα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΠΑΣΟΚ ιδίως στην πρώτη τετραετία κατάφερε να αλλάξει την εικόνα της χώρας. Παρότι πλευρές της οικονομικής του πολιτικής πάτησαν πάνω σε επιλογές που είχε κάνει και η προηγούμενη κυβέρνηση, όπως ήταν π.χ. οι μαζικές κρατικοποιήσεις, το βασικό ήταν μπόρεσε να προχωρήσει ένα σύνολο κοινωνικών μέτρων και τομών θεσμικού εκσυγχρονισμού που ισοδυναμούσε με πολιτική και κοινωνική αναγνώριση των στρωμάτων που ήταν ουσιαστικά οι ηττημένοι του Εμφυλίου.

Μπορεί να μην έφερε το σοσιαλισμό που είχε υποσχεθεί το 1974, βελτίωσε σημαντικά τη θέση των μισθωτών, διαμόρφωσε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, επέκτεινε το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, εκσυγχρόνισε το οικογενειακό δίκαιο, έφερε την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και κατοχύρωσε τα βασικά συνδικαλιστικά δικαιώματα. Την ίδια ώρα παρότι δεν δρομολόγησε την έξοδο από το ΝΑΤΟ ή την ΕΕ, έδωσε στην εξωτερική πολιτική έναν τόνο ανεξαρτησίας που εν μέρει διόρθωνε το καταναγκαστικό «Ανήκουμεν εις την Δύσιν».

Προφανώς και κανείς δεν υποτιμά και όλα τα προβλήματα που συνόδευσαν αυτή την πορεία. Την ενσωμάτωση στο κράτος, σε μια διπλή σχέση κρατικοποίησης του κόμματος και κομματικοποίησης του κράτους, τις νέες παραλλαγές πελατειακών σχέσεων, τα φαινόμενα διαφθοράς ή διαπλοκής.

Ωστόσο, ακόμη και έτσι και παρά το βάρος του σκανδάλου Κοσκωτά το ΠΑΣΟΚ θα διατηρήσει εντυπωσιακούς δεσμούς ιδίως με λαϊκά στρώματα και αυτό μπορεί να εξηγήσει και την επιστροφή στην εξουσία το 1993.

Η εποχή Σημίτη και το αίτημα του εκσυγχρονισμού

Η δεύτερη αυτή εποχή του ΠΑΣΟΚ, αρκετά διαφορετική από την προηγούμενη θα δει ο ΠΑΣΟΚ να είναι ο κατεξοχήν φορές ενός αιτήματος εκσυγχρονισμού, που εν μέρει στρεφόταν και κατά ορισμένων από των αιτημάτων της μεταπολίτευσης. Στον αντίποδα του Ανδρέα Παπανδρέου ως προς το ταμπεραμέντο, ο Κώστας Σημίτης θα είναι αυτός που κατεξοχήν θα σφραγίσει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, τα «μεγάλα έργα», την προετοιμασία της Ολυμπιάδας και την είσοδο στο ευρώ.

Παρότι θα είναι η κατεξοχήν περίοδος που το ΠΑΣΟΚ θα δείχνει να χάνει τον προηγούμενο ριζοσπαστισμό του, εντούτοις η προσπάθεια να υπάρξουν κατακτήσεις, ιδίως του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος θα συνεχιστεί. Εξ ου και η απόσυρση του ασφαλιστικού νόμου το 2001.

Από τα «λεφτά έχουμε» στην τραγωδία των μνημονίων

Η τρίτη εποχή του ΠΑΣΟΚ θα είναι και η πιο σύντομη, αλλά και με έναν τρόπο η πιο τραγική. Ύστερα από δύο εκλογικές ήττες το 2004 και το 2007, ο Γ. Παπανδρέου θα κερδίσει τις εκλογές του 2009, με δεδομένη και τη καθοδική πορεία της κυβέρνησης Καραμανλή, εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Και παρότι θα κερδίσει τις εκλογές (και) με το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» θα είναι το ΠΑΣΟΚ εκείνο που θα φέρει το ΔΝΤ στην Ελλάδα και θα υπογράψει το πρώτο μνημόνιο.

Το αποτέλεσμα θα ισοδυναμεί με την αρχή του τέλους για το ΠΑΣΟΚ. Θα είναι το κατεξοχήν κόμμα που θα πληρώσει το τίμημα των μνημονίων ως προς την εκλογική του εκπροσώπηση. Ανάμεσα στις εκλογές του 2009 και του 2012, ένα διάστημα μικρότερο των τριών ετών, το ΠΑΣΟΚ εκλογικά θα αποδιαρθρωθεί. Στις εκλογές του Μαΐου 2012 θα χάσει πάνω από 30% και θα υποχωρήσει σε ένα ποσοστό που θα θυμίζει… 1974: 13,18%. Το Ιούνιο του 2012 θα υποχωρήσει στο 12,28%.

Επιπλέον, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα με σαφή δυναμική νίκης για τις επόμενες εκλογές σήμαινε ότι το ΠΑΣΟΚ έβλεπε ένα κόμμα της αριστεράς θα κερδίζει σημαντικό μέρος της δικής του εκλογικής βάσης.

Το ΠΑΣΟΚ θα πληρώσει ακριβό εκλογικό τίμημα και από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά. Η κοινωνική του βάση δεν θα συγχωρήσει την ταύτιση με μια ακόμη μνημονιακή κυβέρνηση και θα στραφεί σε σημαντικό βαθμό προς το ΣΥΡΙΖΑ. Αποδείχτηκε πως όταν ο χώρος της Κεντροαριστεράς σε ένα ιστορικό δίλημμα παίρνει θέση στο πλευρό συντηρητικών δυνάμεων τότε διατρέψει υπαρκτό κίνδυνο να αποξενωθεί από την ίδια την εκλογική βάση. Το 4,68% του Ιανουαρίου του 2015 αυτό έδειξε.

Η μικρή βελτίωση των αποτελεσμάτων το Σεπτέμβριο του 2015 (6.29%) και τον Ιούλιο του 2019 (8,2%), στη δεύτερη περίπτωση για το ΚΙΝΑΛ πια δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αλλαγή πολιτικής κλίμακας. Ούτως ή άλλως το εγχείρημα του ΚΙΝΑΛ απέτυχε από ένα σημείο και μετά να είναι και ο ενωτικός πόλος συσπείρωσης της Κεντροαριστεράς αλλά και ένα μαζικό ρεύμα ικανό να αμφισβητήσει την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο προοδευτικό αριστερό χώρο.

Η δομική στρατηγική αμηχανία του ΚΙΝΑΛ

Σήμερα το ΠΑΣΟΚ, για την ακρίβεια το ΚΙΝΑΛ, που όμως στην πραγματικότητα αποτελεί τη συνέχεια του ΠΑΣΟΚ, βρίσκεται σε κρίση ταυτότητας. Αυτό φάνηκε στη δυσκολία να ορίσει τόσο το περιεχόμενο του «διμέτωπου απέναντι σε ΝΔ και σε ΣΥΡΙΖΑ» προεκλογικά όσο και την πρόταση που τελικά έκανε ή τους όρους που έθετε ως δυνάμει κυβερνητικός εταίρος.

Η απουσία σαφούς πολιτικού στίγματος και προγραμματικού περιεχομένου, η δυστοκία χάραξης μιας στρατηγικής και τακτικής που να αφορά την παγιωμένη πραγματικότητα ενός νέου δικομματισμού, η έλλειψη αποσαφήνισης της τρέχουσας αντιπολιτευτικής τακτικής, όλα αυτά απλώς κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Ακόμη και η υπενθύμιση της απήχησης που διαθέτει ακόμη η ταυτότητα «ΠΑΣΟΚ», δεν εντάσσεται σε κάποιο σχέδιο αλλά στα παιχνίδια συσχετισμών που συνοδεύουν τα κόμματα σε περιόδους στρατηγικής αμηχανίας.

Ακόμη και με τη δεδομένη τη φθορά και την εσωστρέφεια που επιδεικνύει προς το παρόν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΑΛ δεν δείχνει ικανό να εκμεταλλευτεί αυτή τη συνθήκη για να διευρύνει την επιρροή του, έστω και εάν υπάρχουν στελέχη στο εσωτερικό του που αντιλαμβάνονται το επιτακτικό μιας τέτοια κίνησης.

Τα κόμματα είναι γεννήματα ιστορικών συγκυριών. Η επιβίωσή τους εξαρτάται από την ικανότητά τους να παρακολουθούν τις αλλαγές αυτών των συγκυριών και τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Όταν παραβλέπουν αυτές τις αλήθειες, απλώς βλέπουν το εκλογικό σώμα να θέτει επιλόγους σε πολιτικές ιστορίες που ολοκληρώνουν τον κύκλο τους.