Γιατί μιλάς με φασίστες μπαμπά;

γράφει ο Λευτέρης Δούκας

Έτσι ήταν δομημένη η φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ, με τα πρώτα δείγματα να καταγράφονται από την εποχή που ήταν αντιπολίτευση…

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δεν υπήρξε πρωθυπουργός που να πήρε την εξουσία χωρίς ψέματα, ο Αντρέας υποσχόταν μια Ελλάδα νέα και τελικά το νέο που ευαγγελιζόταν ήταν η θεσμοθέτηση της μίζας και της ρεμούλας.

Ο Μητσοτάκης ο Α (δυναστεία είναι αυτοί, μόνο έτσι τους ξεχωρίζουμε πλέον) είχε μιλήσει για κάθαρση, που αφορούσε όμως αποκλειστικά το ειδικό δικαστήριο σε βάρος του προκατόχου του. Ήρθε ο Σημίτης αναγγέλλοντας εκσυγχρονισμό που στην πράξη ήταν κάποια κατασκευαστικά έργα, από τα οποία κέρδισαν περισσότερο οι εργολάβοι και λιγότερο οι πολίτες.

Καπάκι ο imitation Καραμανλής που έταξε επανίδρυση του κράτους και τελικά το παρέδωσε αν όχι πιο μπουρδέλο απ΄ότι το παρέλαβε, σίγουρα το ίδιο. Ακολούθησε ο Τζορτζ με το «λεφτά υπάρχουν», ο Σαμαράς με την ανάπτυξη που δεν είδαμε ποτέ κι ο Τσίπρας που έσπασε τα κοντέρ.

Μεγαλύτερος ψεύτης με διαφορά ο τελευταίος, ίσως επειδή αυτό απαιτούσαν οι ανάγκες της εποχής, εξελέγη με σύνθημα τη σύγκρουση με τους δανειστές, για να γίνει σε χρόνο ρεκόρ σερβιτόρος τους.

Λίγο πολύ λοιπόν ο λαός έχει εθιστεί στο μπαλαμούτι, οπότε το μεγάλο πρόβλημα πρόβλημα των ΣΥΡΙΖΑίων δεν ήταν οι παπάδες που πούλησε. Αυτά δικαιολογούν την ήττα, όχι όμως τη συντριβή.

Εκείνο που τους έκανε να ξεχωρίσουν θεαματικά ήταν η αλαζονεία, τους πότισε τόσο ώστε από ένα σημείο και μετά δεν λειτουργούσαν σαν κυβέρνηση αλλά ως καθεστώς.

Έφτασε στο σημείο να επισκιάσει ακόμα και τις ανεπανάληπτες γκάφες του Κούλη που όσο περνούσε ο καιρός, συναγωνιζόταν σε αυτογκόλ τον Βούκοβιτς.

Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε φαινόμενα σαν του Πολάκη που καλή τη πίστει ίσως να τα εκλάβεις και ως μεμονωμένα, ο συγκεκριμένος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του οξύθυμου Κρητίκαρου, που πάνω στην τρέλα τους ξεφύγουν χοντράδες.

Όλη η φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν δομημένη σε αυτήν τη στρατηγική, με τα πρώτα δείγματα να καταγράφονται από την εποχή που ήταν αντιπολίτευση.

Τους εξηγούσες με απλά, κατανοητά κι εκλαϊκευμένα παραδείγματα πως το σκίσιμο των μνημονίων δε συνάδει με την αμετροεπή παροχολογία και σε αποκαλούσαν Γερμανοτσολιά!

Λες και υπήρχαν άνθρωποι που ηδονίζονταν από τις οικονομικές δυσκολίες, τους έφτιαχνε να πληρώνουν φόρους και να τους κόβουν μισθούς.

Είναι ίδιον όμως εκείνων που αδυνατούν ν΄ αντιπαρατεθούν, να απαντούν βάζοντας στον άλλον ταμπέλα, γαρνιρισμένη με ύβρεις.

Ερχόμενοι στην εξουσία το τερμάτισαν, με αποκορύφωμα τον χαρακτηρισμό όσων αντιδρούσαν στο ξεπούλημα της Μακεδονίας, ως φασίστες.

Το πρώτο, είναι θέμα που μπορεί να συζητηθεί, δε γίνεται να συμφωνούμε όλοι.

Το να αποκαλούν όμως φασίστες και ναζί όσους διαμαρτύρονταν για την παραχώρηση του ονόματος, ξεπερνούσε κάθε όριο, γι αυτό και πληρώθηκαν με το ίδιο νόμισμα. Τα ίδια όρια, ξεπέρασε και η συντριβή τους…

Σε γενικές γραμμές αυτό με τον φασισμό το είχαν κάνει καραμελίτσα, όποιος είχε διαφορετική οπτική από αυτούς, βαφτιζόταν φασίστας.

Ο φουκαράς ο Γιαννούλης που ίδρωσε για να μαζέψει διψήφιο νούμερο στις περιφερειακές εκλογές, είχε αναγγείλει την υποψηφιότητα του λέγοντας πως δε θέλει το παιδί του να μεγαλώσει μέσα στο φασισταριό, όπου φασισταριό βάλτε όσους διαδήλωναν ειρηνικά κατά της συμφωνίας των Πρεσπών!

Η κοινωνία που ονειρευόταν για το παιδί του, θα ήταν προφανώς εκείνη που όλοι θα συμφωνούν με τις αποφάσεις των κυβερνώντων κι όσοι διαφωνούν θα περιθωριοποιούνται με κάθε τρόπο.

Τούτο είναι δημοκρατία, το προηγούμενο φασισμός, για όσους χάθηκαν στη μετάφραση….

Ακόμα καλύτερα για το παιδί του, αν ζούσε σε μια κοινωνία βολεμένων και αργόμισθων κηφήνων, που η αξιολόγηση των επιδόσεων τους θα προερχόταν από το βαθμό γλειψίματος της εκάστοτε εξουσίας.

Παρεμπιπτόντως, η έμπνευση στιγματισμού των διαφωνούντων δια της ταμπελοποίησης ήταν του Τζορτζ Μπους -του νεότερου βλάκα-, που κηρύσσοντας τον πόλεμο στους ταλιμπάν, είχε πει το περίφημο «ή είστε μαζί μας ή με τους τρομοκράτες».

Αν δε μιλάμε για αριστερούς γιαλαντζί βρείτε εσείς τον όρο, αρχικά προσυπέγραψαν τα σχέδια του Αμερικανού ιμπεριαλισμού για τα Βαλκάνια και στη συνέχεια υιοθέτησαν ρητορική Λευκού Οίκου.

Ο Γιαννούλης βέβαια κατά τη διάρκεια των περιοδειών του κι εν μέσω αποδοκιμασιών, έσπευδε να ανοίξει διάλογο με τους αντιφρονούντες, οπότε πάνω απ΄όλα θα μπέρδευε το παιδί του που θα τον ρωτούσε «γιατί μπαμπά απευθύνεσαι σε φασίστες, εσύ δεν έλεγες πως είναι κακοί;»

Θα τον ρωτούσε επίσης το ακόμα πιο αυτονόητο βλέποντας τα συλλαλητήρια «αφού είναι τόσοι πολλοί οι φασίστες, γιατί δε μεταναστεύσαμε σε άλλη χώρα;».

Δε υπάρχει κάτι διαφορετικό που να μην άντεξε ο κόσμος, σε επίπεδα υποσχέσεων, παροχολογίας και παραμυθιού, οι διαφορές με τους υπόλοιπους δεν ήταν μεγάλες.

Ήταν όμως η αλαζονεία τους που ξεπέρασε κάθε όριο, ακόμα και η φιλοσοφία παροχής επιδομάτων γινόταν με χαρακτηριστικά του ηγεμόνα που επαίρεται για τα ψίχουλα που μοιράζει.

Στην πράξη, αποδείχτηκαν μεγαλύτεροι φασίστες και από τους αυθεντικούς φασίστες και αυτό ήταν τελικά που μέτρησε περισσότερο…

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα