Είναι η Τσετσίλια Μπαρτόλι η Κοντσίτα της όπερας;

Η Ιταλίδα ντίβα της όπερας Τσετσίλια Μπαρτόλι, προκάλεσε αναταραχή στους θαυμαστές της με τo εξώφυλλο του νέου της άλμπουμ, στο οποίο η παγκοσμίου φήμης σοπράνο, φωτογραφίζεται με μια μαύρη γενειάδα, επιλογή που σύμφωνα με την Μπαρτόλι, έγινε για να τιμήσει έναν περίφημο καστράτο του 18ου αιώνα.

Κάποιοι όμως δεν δίστασαν να την συγκρίνουν με την Κοντσίτα Βουρστ.

Η δισκογραφική εταιρεία Decca Classics ανακοίνωσε ότι το νέο άλμπουμ της Τσετσίλια Μπαρτόλι, με το οποίο θέλει να τιμήσει τον Φαρινέλι, τον διασημότερο καστράτο τραγουδιστή της όπερας, τον Νοέμβριο.

Στο εξώφυλλο του νέου άλμπουμ της Τσεσίλια Μπαρτόλι, η διάσημη σοπράνο εικονίζεται με μια ψεύτικη μαύρη γενειάδα και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο γυμνό στήθος της. Η δισκογραφική της Μπαρτόλι, έδωσε στη δημοσιότητα και ένα βίντεο από τη φωτογράφηση.

Η φωτογραφία δίχασε τους θαυμαστές της 53χρονης Μπαρτόλι. Κάποιοι νόμιζαν ότι επρόκειτο για αστείο, άλλοι υπενθύμισαν ότι οι καστράτοι δεν είχαν γένια, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που είπαν ότι τους θύμισε την, Κοντσίτα Βουρστ η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία μετά από τη νίκη της στη Eurovison 2014, ερμηνεύοντας το τραγούδι «Rise Like a Phoenix» αντιπροσωπεύοντας την Αυστρία.

Ο Κάρλο Μαρία Μικελάντζελο Νικόλα Μπρόσκι (Carlo Maria Michelangelo Nicola Broschi, 24 Ιανουαρίου 1705 – 17 Σεπτεμβρίου 1782), περισσότερο γνωστός με το προσωνύμιο «Φαρινέλλι» (Farinelli), ήταν ένας από τους πιο διάσημους καστράτι του 18ου αιώνα, τόσο για τη φωνή του -για την οποία λέγεται ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες, ενώ η έκτασή της έφτανε τις τρεισήμισι οκτάβες-, όσο και για την ανδρόγυνη ομορφιά του.

Γεννήθηκε στην πόλη Άντρια και από νεαρή ηλικία μαθήτευσε πλάι στον Νίκολα Πόρπορα, περίφημο συνθέτη και καθηγητή τραγουδιού. Πρωτοτραγούδησε στη Βενετία το 1728, στο θέατρο Ιωάννου Χρυσοστόμου, και αργότερα ξεκίνησε τουρνέ στην Ευρώπη για να γίνει γνωστός ως «ο τραγουδιστής των βασιλέων».

Ταξίδεψε σε όλες τις μεγάλες αυλές της Ευρώπης, ενώ όντας στο Λονδίνο βρέθηκε στη δίνη της διαμάχης ανάμεσα Covent Garden και το Noble Theatre, με αποτέλεσμα να δεχτεί την πρόσκληση του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Ε΄ και να εγκατασταθεί στην αυλή του, όπου και έμεινε έως ότου εγκατέλειψε το τραγούδι στα 32 του χρόνια. Το 1759 μετακόμισε στην Μπολόνια και έζησε εκεί μέχρι το θάνατό του. Ο τάφος του καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα.

Το μουσικό φαινόμενο των καστράτων -άνδρες ερμηνευτές της εκκλησιαστικής μουσικής και της όπερας, οι οποίοι είχαν υποστεί ευνουχισμό κατά την παιδική ηλικία, ώστε η φωνή τους να διατηρήσει την ικανότητα να αποδίδει πολύ υψηλές νότες- εμφανίστηκε γύρω στα μισά του 16ου αιώνα και εξαφανίστηκε στις αρχές του 20ού. Οι καστράτοι έχουν ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της αναγεννησιακής και της μπαρόκ μουσικής.

Αλλαγές στις κυρίαρχες τεχνοτροπίες της όπερας, αλλά και στην ηθική αντιμετώπιση του ευνουχισμού των αγοριών, συνετέλεσαν ώστε οι καστράτοι να περάσουν σταδιακά σε δεύτερη μοίρα – ο τελευταίος ρόλος για καστράτο γράφτηκε από τον Τζάκομο Μέγιερμπεερ το 1824.

Η οριστική εξάλειψη του φαινομένου ξεκίνησε με την Ιταλική ενοποίηση το 1861, όταν ο ευνουχισμός για μουσικούς λόγους κατέστη παράνομος σε όλη τη χώρα. Το 1878 ο πάπας Λέων ΙΓ’ έδωσε εντολή να μην προσλαμβάνονται νέοι καστράτοι στις εκκλησιαστικές χορωδίες και το 1902 διέταξε την απομάκρυνση όσων είχαν απομείνει από παλαιότερα – εν τω μεταξύ είχαν ήδη εξαφανιστεί απ’ τον κόσμο της όπερας. Ο τελευταίος, ο Αλεσάντρο Μορέσκι (αρχιχορωδός της Καπέλα Σιστίνα), πέθανε το 1922 – είχε ευνουχιστεί γύρω στο 1865, λίγο πριν την οριστική απαγόρευση.

Από τότε μέχρι σήμερα, οι οπερατικοί ρόλοι που είχαν γραφτεί για καστράτους ερμηνεύονται είτε από φαλσετίστες τενόρους και κοντρα-τενόρους, ή από γυναίκες (κοντράλτο, μετσο-σοπράνο) με ανδρική αμφίεση.