«Επίθεση» φιλίας από Ουάσιγκτον σε Αθήνα για αμυντική συνεργασία

Αποφασισμένες να συνεχίσουν και να εμβαθύνουν τη στρατηγική τους συνεργασία με την Ελλάδα, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα και με αιχμή του δόρατος τον εκσυγχρονισμό της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement- MDCA), είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ήδη, αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στις 7 Ιουλίου, παρατηρείται μία αλυσίδα κινήσεων που αποτυπώνουν καθαρά το αμερικανικό ενδιαφέρον.

Καταρχήν, τόσο ο αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς μίλησαν τηλεφωνικά με τον έλληνα Πρωθυπουργό για να τον συγχαρούν για τη νίκη του. Ακολούθως, σχεδόν άμεσα μετά από την ανάληψη των καθηκόντων, ο νέος υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας μετέβη στην Ουάσιγκτον όπου και συναντήθηκε τόσο με τον ομόλογό του Μάικ Πομπέο όσο και με τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον. Τέλος, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται αυτές τις ημέρες ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών Φίλιπ Ρίκερ, έχοντας σειρά συναντήσεων με πολλούς υπουργούς (Χρήστος Σταικούρας, Νίκος Δένδιας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Άδωνις Γεωργιάδης, Μιχάλης Χρυσοχοίδης, Κυριάκος Πιερρακάκης). Ο κ. Ρίκερ συναντήθηκε επίσης με τον πρώην Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Σύμφωνα με υψηλόβαθμο αμερικανό αξιωματούχο, η εναλλαγή εξουσίας στην Ελλάδα συνιστά μοντέλο, ενώ οι ΗΠΑ θέλουν να οικοδομήσουν στενή σχέση με τη νέα κυβέρνηση εκμεταλλευόμενες τον Στρατηγικό Διάλογο, ο δεύτερος γύρος των συνομιλιών του οποίου προγραμματίζεται για το φθινόπωρο. Είναι δε αρκετά πιθανό να πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Ελλάδα εντός του 2019 και ο Μάικ Πομπέο. Στην αμερικανική πρωτεύουσα η Ελλάδα θεωρείται πλέον κρίσιμος σύμμαχος σε περιοχές που ενδιαφέρουν πολύ την Ουάσιγκτον, όπως η Ανατολική Μεσόγειος και τα Δυτικά Βαλκάνια.

Συνεργασία στην άμυνα και Τουρκία

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η άμυνα συνιστά τον υπ’ αριθμό 1 τομέα συνεργασίας και στο πλαίσιο αυτό ο εκσυγχρονισμός της MDCA του 1990 αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα. Ο εκσυγχρονισμός θα επιτρέψει να καλυφθεί νομικά και πολιτικά η διευρυμένη – πέραν της βάσης της Σούδας – παρουσία αμερικανικών δυνάμεων και η αξιοποίηση υποδομών στο ελληνικό έδαφος (Λάρισα, Αλεξανδρούπολη, Στεφανοβίκειο), αλλά και να διευκολυνθεί η ροή χρηματοδότησης από το Κογκρέσο για επενδύσεις στις υποδομές αυτές.

Την ίδια στιγμή, είναι σαφές ότι η Ουάσιγκτον αναζητεί τρόπους για να αποφευχθεί ένα βαθύτερο πλήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις μετά την προμήθεια του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S400 από την Άγκυρα. Η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα κατασκευής του μαχητικού αεροσκάφους 5ης γενιάς F-35 ήταν το πρώτο βήμα της απάντησης της Ουάσιγκτον, αλλά από τα λεγόμενα του υψηλόβαθμου αμερικανού αξιωματούχου καθίσταται σαφές ότι ο στόχος δεν είναι μία πλήρη κατάρρευση των διμερών σχέσεων.

Ο Λευκός Οίκος, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο γνωρίζουν ότι το Κογκρέσο πιέζει για εφαρμογή των προβλεπόμενων κυρώσεων (νομοθεσια CAATSA), αλλά, όπως επεσήμανε ο συνομιλητής μας, πρέπει να συνυπολογιστούν όλες οι επιπτώσεις και οι κυρώσεις να συμβάλλουν σε αλλαγή συμπεριφοράς – όχι σε περαιτέρω εκτράχυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα κρίνεται ως μείζονος σημασίας.

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα