Η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, ο ρόλος Παπαγγελόπουλου και ένα σκάνδαλο που τελικά δεν θα διερευνηθεί

Και όμως υπάρχει σκάνδαλο Novartis και όχι μόνο «σκευωρία Novartis». Το λέμε αυτό γιατί μέσα στον ορυμαγδό των πολιτικών αντιπαραθέσεων υπάρχει κίνδυνος να ξεχαστεί η ουσία αυτής της υπόθεσης.

Γιατί στην αφετηρία της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι ένα παγκόσμιο σκάνδαλο, που δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη εταιρεία, αλλά συνολικά τις μεγάλες πολυεθνικές του φαρμάκου, που εδώ και αρκετά χρόνια χρησιμοποίησαν κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο για να διευρύνουν τα κέρδη τους σε βάρος των δημόσιων συστημάτων υγείας παγκοσμίως αλλά σε ορισμένες περιπτώσει και της υγείας των πολιτών.

Πρόσφατος, για παράδειγμα, ο θόρυβος από τις τεράστιες αγωγές σε βάρος φαρμακοβιομηχανιών στις ΗΠΑ για τον τρόπο που βρίσκονται στην αφετηρία μιας πραγματικής επιδημίας εξάρτησης ως αποτέλεσμα της μαζικής συνταγογράφησης οπιούχων αναλγητικών.

Στην ελληνική περίπτωση, ξέρουμε ότι υπήρχε πραγματικό ζήτημα τόσο με τους αθέμιτους τρόπους με τους οποίους γιατροί πείθονταν να συνταγογραφούν συγκεκριμένα φάρμακα, με τις μαζικές παραγγελίες φαρμακευτικού υλικού από το δημόσιο και με τις επιλογές που γίνονταν στην τιμολόγηση των φαρμάκων, με δεδομένο τον κομβικό ρόλο της χώρας μας στη συνολική τιμολόγηση των φαρμάκων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτές τις πρακτικές εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι εμπλέκονται γιατροί, στελέχη του αρμόδιου υπουργείου αλλά και πολιτικά πρόσωπα που πήραν κρίσιμες αποφάσεις.

Πώς φτάσαμε στην «υπόθεση Novartis»

Η υπόθεση της Novartis αφετηρία έχει έρευνα του FBΙ στις αθέμιτες πρακτικές της εταιρείας. Εκεί προέκυψαν και καταθέσεις που αναφέρονταν και στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και αναφορών σε πολιτικά πρόσωπα.

Όταν τα στοιχεία αυτά έφτασαν στην Ελλάδα, στον ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν ότι είχαν βρει αυτό που έψαχναν σε σχέση με τους πολιτικούς τους αντιπάλους τους. Και αυτό γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη από την εποχή της εκλογικής ανόδου το 2012 έβαζε πολύ ψηλά την ανάγκη δικαστικής διερεύνησης των σκανδάλων των «συστημικών» κομμάτων και ήθελε να εκπροσωπήσει ένα λαϊκό αίσθημα που ήθελε «να κάτσουν οι κλέφτες στο σκαμνί».

Οι χειρισμοί του ΣΥΡΙΖΑ και ο ρόλος Παπαγγελόπουλου

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό το ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ το είδε εργαλειακά και κυρίως ως μέσο διαμόρφωσης πολιτικών συσχετισμών και όχι ως διαδικασία πραγματικής κάθαρσης.

Σε αυτό συνέβαλε και ο τρόπος που είδε στον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο τον άνθρωπο που θα μπορούσε να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας. Τυπικά, η διαδρομή του κ. Παπαγγελόπουλου στη Δικαιοσύνη, που συνδέθηκε με υποθέσεις όπου δεν μπορέσαμε να μάθουμε τελικά ποιοι ήταν υπεύθυνοι, όπως για παράδειγμα αυτή των απαγωγών Πακιστανών για ανάκριση στις μυστικές φυλακές των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, αλλά και το γεγονός ότι επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή τοποθετήθηκε επικεφαλής της ΕΥΠ, μάλλον δεν τον έφερνε κοντά στο κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήθελε να αποκτήσει πρόσβαση στο χώρο της δικαιοσύνης, επένδυσε στον  κ. Παπαγγελόπουλο.

Όμως, γρήγορα φάνηκε ότι ο κ. Παπαγγελόπουλος κυρίως είχε στο νου του τη δημιουργία εντυπώσεων και κλίματος και όχι την πραγματική διερεύνηση. Η λογική του φάνηκε να είναι ότι το βασικό δεν είναι να υπάρχει σε βάθος διερεύνηση, αλλά να υπάρχουν διαρκώς ανοιχτές δικογραφίες και να είναι υπό πίεση οι πολιτικοί αντίπαλοι.

Μεθόδευση και όχι πραγματική έρευνα

Ως προς την υπόθεση Novartis ακολουθήθηκε μια πολύ συγκεκριμένη τακτική που είχε κυρίως βραχυπρόθεσμα πολιτικά κριτήρια. Όλη η υπόθεση στηρίχτηκε στις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων, μόνο που αυτοί ήταν και εμπλεκόμενοι στην υπόθεση. Όλες οι αναφορές τους σε χρηματισμούς πολιτευτών θεωρήθηκε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Προσπέρασαν, δηλαδή, το γεγονός ότι συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις όσοι εμπλέκονται σε μια υπόθεση συχνά για να ελαφρώσουν τη θέση τους διογκώνουν την εικόνα των στοιχείων που μπορεί να έχουν για άλλους.

Επιπλέον, ούτως ή άλλως, στις υποθέσεις που εμπλέκεται «μαύρο» πολιτικό χρήμα, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν εύκολα κατηγορίες απλώς και μόνο με βάση στοιχεία για «βαλίτσες με χρήματα». Χρειάζεται πολύ πιο προσεκτική διερεύνηση για να εντοπιστούν οι πραγματικές διαδρομές του χρήματος.

Αντί λοιπόν για τη λογική της διασταύρωσης, της διερεύνησης και του σε βάθος ελέγχου, ο ΣΥΡΙΖΑ προέκρινε, κυρίως για λόγους εντυπώσεων, πρώτα την παραπομπή σε προανακριτική όλων όσων αναφέρονταν, ακόμη και ενός υπηρεσιακού πρωθυπουργού, του Παναγιώτη Πικραμμένου, στη συνέχεια η πλειοψηφία της προανακριτικής αποφάσισε την αναπομπή της υπόθεσης στη δικαιοσύνη, για τα αδικήματα που δεν παραγράφονταν με βάση το νόμο περί ευθύνης υπουργών, με αποτέλεσμα τελικά οι αρμόδιες δικαστικές αρχές πλην του Α. Λοβέρδου να αρχειοθετήσουν την υπόθεση για τα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα.

Παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη

Την ίδια στιγμή υπήρξε έντονη αίσθηση παρεμβάσεων στη δικαιοσύνη σε σχέση με αυτή την υπόθεση, εφόσον αρχικά είχαμε την παραίτηση της αρμόδιας Εισαγγελέως Διαφοράς κ. Ελπίδας Ράικου που είχε καταγγείλει μεθοδεύσεις σε βάρος της, συμπεριλαμβανομένων και επικριτικών σε βάρος της δημοσιευμάτων σε φιλο-ΣΥΡΙΖΑ εφημερίδα, αλλά και οι σοβαρότατες καταγγελίες του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εποπτεύοντος την Εισαγγελία Διαφθοράς κ. Ιωάννη Αγγελή ο οποίος αναφέρθηκε σε κυβερνητικές παρεμβάσεις κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης Novartis και ήταν αυτός που χρησιμοποίησε το χαρακτηρισμό «Ρασπούτιν» για να περιγράψει τον κυβερνητικό παράγοντα που έκανε τις παρεμβάσεις, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τον κ. Παπαγγελόπουλο. Ο κ. Αγγελής θα είναι και αυτός που θα υποστηρίξει ότι η Εισαγγελία Διαφθοράς θα είναι κατεξοχήν υπό την επιρροή του «Ρασπούτιν».

Οι καταγγελίες Αγγελή θα οδηγήσουν με τη σειρά τους σε νέο κύκλο έρευνας των μεθοδεύσεων από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Σε αυτό το πλαίσιο θα υπάρξουν και οι καταθέσεις και των πολιτικών προσώπων, όπως ο Δ. Αβραμόπουλος, ο Α. Σαμαράς και ο Ε.Βενιζέλος, που επειδή θα περιλαμβάνουν και αναφορές, ρητές στην περίπτωση του Α. Σαμαρά, σε μεθόδευση για σκευωρία από πολιτικά πρόσωπα θα ενεργοποιήσουν ξανά τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και η δικογραφία θα βρεθεί στη Βουλή.

Στον Παπαγγελόπουλο τα βέλη

Όλα δείχνουν ότι η κυβερνητική πλειοψηφία επιλέγει να στοχοποιήσει τον κ. Παπαγγελόπουλο, θεωρώντας ότι έχει άμεση ευθύνη που μπορεί να τεκμηριωθεί στην προανακριτική και να μην παραπέμψουν τον Αλέξη Τσίπρα. Ουσιαστικά, με αυτό τον τρόπο προσπαθούν και να αναδείξουν το στοιχείο της κατά τη γνώμης τους σκευωρίας και να μην κλιμακώσουν την υπόθεση σε γενικευμένη ποινικοποίηση, συνεκτιμώντας τον κίνδυνο μια τέτοια στοχοποίηση του ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.

Όμως, με αυτό τον τρόπο καταλήγουμε σε ένα σημείο όπου αντί να συζητάμε τις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις ενός υπαρκτού σκανδάλου, συζητάμε τις επιπτώσεις από την εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης για κοντόθωρους πολιτικούς σκοπούς. Με αποτέλεσμα στην κοινή γνώμη να εντείνεται μια εικόνα γενικευμένου κυνισμού και γενικευμένης ατιμωρησίας των πολιτικών. Κάτι που όπως και να το δει κανείς αυτό μόνο υπονομευτικά προς τη δημοκρατία λειτουργεί.