«Θάφτηκε» η πρόταση για μεγάλη επένδυση της Siemens

Τον Ιανουάριο του 2011 η εξεταστική επιτροπή που μελετούσε το σκάνδαλο Siemens, στην οποία από τα 19 μέλη τα 16 ήταν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά 2 δισ. ευρώ. Μέσα στους 11 μήνες που διήρκεσε το έργο της επιτροπής πραγματοποιήθηκαν 104 συνεδριάσεις, εξετάστηκαν 145 μάρτυρες και τελικά εκδόθηκε ένα ογκώδες πόρισμα 596 σελίδων, το οποίο συνοδευόταν από έγγραφα που ξεπερνούσαν τις 1.500 σελίδες.

Όπως αναφέρει η Μαρία Παναγιώτου στο ρεπορτάζ της στην εφημερίδα «δημοκρατία», πέρα από τα νούμερα το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι υπήρξε ομοφωνία από τα μέλη της επιτροπής γύρω από την καταγραφή των αδικημάτων που διεπράχθησαν, αλλά και την έκταση του μαύρου χρήματος που διακινήθηκε, προκειμένου να δωροδοκηθούν αξιωματούχοι.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υπουργός τότε Οικονομικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, είχε εκτιμήσει από το βήμα της Βουλής ότι η αποζημίωση του ελληνικού Δημοσίου θα έφτανε τα 250.000.000 ευρώ.

Έναν χρόνο αργότερα, και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2012, το ελληνικό κράτος υπογράφει τελικά εξωδικαστικό συμβιβασμό με τη Siemens, ο οποίος μάλιστα ψηφίζεται από τη Βουλή, δηλαδή γίνεται νόμος του κράτους. Πολλοί έκαναν λόγο εκείνη την περίοδο για λεόντειο συμφωνία και για συμφωνία-ταφόπλακα, κρίνοντας ότι η χώρα μας είχε εξασφαλίσει ελάχιστα σε σχέση με τη ζημία του ελληνικού Δημοσίου. Και η άποψη αυτή δικαιωνόταν πράγματι, εάν απλά κοιτούσε κανείς το παράδειγμα άλλων χωρών που προχώρησαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τη Siemens και πήραν περισσότερα σε σχέση με την Ελλάδα.

Ωστόσο, ακόμη κι έτσι η συμφωνία που είχε υπογραφεί και είχε γίνει νόμος του κράτους θα μπορούσε να αποφέρει κάποια σημαντικά οφέλη στην καταρρέουσα ελληνική οικονομία. Η κατασκευή, για παράδειγμα, ενός νέου εργοστασίου παραγωγής στη χώρα μας, προϋπολογισμού 100.000.000 ευρώ, το οποίο θα απασχολούσε πάνω από 700 άτομα, θα μπορούσε να αποτελέσει μία ζωογόνο ένεση, μεσούσης της κρίσης, καθώς ο δείκτης της ανεργίας κάλπαζε. Ζωογόνος ένεση θα ήταν βεβαίως και σήμερα μια τέτοια επένδυση για τη χώρα μας, καθώς ακόμη αναζητά εναγωνίως ευκαιρίες.

Όπως, όμως, φαίνεται τελικά, οι πολεμικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο δεν είναι τα μόνα χρήματα που δικαιούται το ελληνικό κράτος από το γερμανικό και τα οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν. Αλήθεια, αυτή η επένδυση για την οποία καθ’ ύλην αρμόδιοι ήταν από το υπουργείο Οικονομικών η τότε γενική γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής, Χριστίνα Παπακωνσταντίνου, και ο φυσικός προϊστάμενός της, Γιάννης Στουρνάρας, ως υπουργός Οικονομικών τότε, γιατί δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ;

Γνωρίζει κανείς σήμερα ότι πρόσφατα στα γραφεία της ανώνυμης εταιρίας Enterprise Greece, η οποία πλέον ονομάζεται Ελληνική Εταιρία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου A.E., οι υπάλληλοι ανακάλυψαν μία αραχνιασμένη πρόταση από την πλευρά της Siemens για τη σχετική επένδυση στη χώρα μας, που απορρέει από τη συμφωνία που έχει υπογραφεί; Ο νυν υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, δεν θα μπορούσε άραγε να ανακαλύψει την πρόταση αυτή, που κείτεται στα γραφεία της ανώνυμης εταιρίας, και να κάνει κάτι σε σχέση με αυτήν ακόμη και σήμερα;

Πολλές καθυστερήσεις, καμία κατάληξη

Η τακτική της Siemens, σε σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, που απέρρεαν από τη συμφωνία που είχε υπογράψει με το ελληνικό Δημόσιο, ήταν σαφέστατα παρελκυστική. Με διάφορες προφάσεις προσπαθούσε διαρκώς να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την επένδυση, με τελικό στόχο -ίσως- να την αναβάλει διά παντός. Πάντως, τον Μάρτιο του 2014 η εταιρία, που όπως αποδείχτηκε εξειδικευόταν παλαιότερα στα μαύρα ταμεία, κατέθεσε τελικά μια πρόταση επενδυτικού σχεδίου που αφορούσε τη δημιουργία ενός παγκόσμιου Κέντρου (Center of Competence) για την ανάπτυξη Βιομηχανικού Λογισμικού, ιδίως στο Product Lifecycle Management (PLM). Το έργο θα μπορούσε να καταστήσει την Ελλάδα μια από τις χώρες της Ευρώπης που αναπτύσσουν συστήματα και λογισμικό για βιομηχανικές επιχειρήσεις ή άλλους ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς.

Ως εκ τούτου, η χώρα μας θα βρισκόταν στο προσκήνιο των τεχνολογικών εξελίξεων με τα αντίστοιχα οικονομικά οφέλη αλλά και την αντίστοιχη ανάπτυξη σημαντικών θέσεων εργασίας που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ακόμη και Έλληνες επιστήμονες, που έφυγαν λόγω της κρίσης για να εργαστούν στο εξωτερικό. Ο σημερινός διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, από τη θέση του υπουργού Οικονομικών, εκείνη την περίοδο, διαβίβασε μάλιστα τη συγκεκριμένη πρόταση τον Μάιο του 2014 στην Ελληνική Εταιρία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου A.E. προς αξιολόγηση.

Τo γεγονός ότι η Siemens κατέθεσε συγκεκριμένη πρόταση, σε κάποιο χρονικό στάδιο της διαδικασίας, για να τηρήσει τη συμβατική της υποχρέωση δεν έγινε ποτέ γνωστό. Έως σήμερα, που κάποιοι υπάλληλοι από την πάλαι ποτέ Enterprise Greece ανακάλυψαν τους φακέλους με τα σχετικά έγγραφα. Τα ερωτήματα, προφανώς, που προκύπτουν είναι αμέτρητα. Για παράδειγμα, η Enterprise Greece έστειλε τελικά στο υπουργείο Οικονομικών την αξιολόγησή της για τη συγκεκριμένη πρόταση; Πήρε στα χέρια τους την αξιολόγηση αυτή η κυρία Παπακωνσταντίνου αλλά και ο κ. Στουρνάρας; Ποια ήταν τα επόμενα βήματα που ακολούθησε το υπουργείο; Γιατί δεν την ανακοίνωσε ποτέ; Γιατί δεν την προχώρησε ποτέ; Το πιο σημαντικό: Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε, μπορεί ακόμη και σήμερα ο κ. Σταϊκούρας να αναλάβει δράση;

Το ποσό της επένδυσης είναι τεράστιο και οι θέσεις εργασίας εξαιρετικά πολύτιμες για την οικονομία και τον ελληνικό λαό, που πλήρωσε από την τσέπη του τα 2 δισ. ζημιά, που προκάλεσε το σκάνδαλο Siemens. Η εξωδικαστική συμφωνία που υπεγράφη το 2012 σε συνδυασμό με την πρόταση που έγινε από την εταιρία το 2014 μπορεί να αφήνουν περιθώρια. Εάν η υπόθεση αναθερμαινόταν, θα αποτελούσε σίγουρα μία μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης.

Πηγή «κυριακάτικη δημοκρατία»