Κουβαλώντας τα κλειδιά και τις ευθύνες του Πατριάρχη της οικογένειας Γιαννακόπουλου!

γράφει ο Βασίλης Παπαθεοδώρου στο sdna.gr

Δύο μέρες τώρα, ο κόσμος, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, οι προπονητές, όσοι συνεργάστηκαν ή συναναστράφηκαν με τον Θανάση Γιαννακόπουλο ανέδειξαν το μεγαλείο του ανδρός. Θα ήταν μάλλον ανώφελο να προσθέσω προσωπικές εμπειρίες, ιστορίες από τα παλιά. Ήταν ευλογία, από όποιο μετερίζι κι αν το δει κανείς, που ζήσαμε την εποχή του Παύλου και του Θανάση κι αυτό θαρρώ, αρκεί. Το ερώτημα «τι ψυχή θα παραδώσεις;», απαντήθηκε και εν ζωή, και στο τελευταίο χειροκρότημα.

Ο Ισοκράτης συνήθιζε να λέει: «δόξα δε χρημάτων ουκ ωνητή». Ο πλούτος είναι θνητός, όμως η δόξα αθάνατη. Δεν αγοράζεται, ούτε επιβάλλεται. Εμπνέεται και ζει αιώνια. Το διαπιστώνει πια καθημερινά, αλλά με τον πιο επώδυνο τρόπο σε προσωπικό επίπεδο εκείνος που θα επωμιστεί την ευθύνη του συνεχιστή της «δυναστείας Γιαννακόπουλου».

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γράφει για την επόμενη μέρα της βαριάς απώλειας του Θανάση, που περιλαμβάνει τεράστιες ευθύνες για τον νέο Πατριάρχη της οικογένειας Γιαννακόπουλου. Η Βιανέξ, ο Παναθηναϊκός, οι προκλήσεις, η ώρα για ένα βήμα πίσω πριν το άλμα…

Μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο βίωσε την απόλυτη οικογενειακή συντριβή. Στα τέλη του περασμένου Απριλίου «έφυγε» ο Κώστας. Στα μέσα Ιουνίου, ο πατέρας του, ο Παύλος. Και τώρα ο Θανάσης Γιαννακόπουλος. Μέσα σε 10 μήνες «έφυγαν» και τα τρία αδέρφια. Μαζί. Όπως μαζί πορεύτηκαν σε όλη τους την ζωή σαν μία γροθιά. Σε όλα. Στις σπουδές, στην Βιανέξ, στον Παναθηναϊκό, στις χαρές, στις λύπες, παντού. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε φύγει και η Βασιλική, η μικρή της οικογένειας.

Απώλειες, που σε προσωπικό επίπεδο, δεν αναπληρώνονται ποτέ, το κενό που αφήνουν δεν κλείνει με τίποτα. Άλλους τους λάτρευε σαν Θεούς. Άλλους τους έβλεπε καθημερινά να λατρεύονται ως Θεοί από τον απλό κόσμο.

Κι όμως με έναν μαγικό τρόπο, τόσο ο Παύλος, όσο και ο Θανάσης, φρόντισαν να μην φύγουν στην πραγματικότητα. Είναι εδώ, κάθε μέρα, όλη μέρα. Πανταχού παρόντες σε κάθε πράσινη ανάσα. Στο ΟΑΚΑ χθες, η κορνίζα του Θανάση ήταν στα επίσημα, αλλά η ψυχή του στην πολυθρόνα, έτοιμος να πεταχτεί σε ένα τρίποντο, σε ένα σφύριγμα.

Οι άνθρωποι φεύγουν μόνο όταν τους ξεχνάς και τα δύο αδέρφια φρόντισαν για την υστεροφημία τους. Δεν πρόκειται να λησμονηθούν ποτέ κι όχι μόνο από τους Παναθηναϊκούς. Αυτό το τελευταίο ίσως είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη, κληρονομιά που αφήνουν πίσω τους μόνο σπουδαίοι άνθρωποι.

Για πολλά χρόνια ήταν ο Δημητράκης. Αυτός που έρχεται για να διαδεχθεί. Αυτός που νομοτελειακά θα έπαιρνε στα χέρια του μια αυτοκρατορία. Με τα χρόνια το Δημητράκης έγινε σκέτο Δημήτρης. Τώρα πια είναι Δημήτρης Γιαννακόπουλος. Ο μοναδικός εν ζωή ενήλικας Γιαννακόπουλος (η κόρη του Θανάση, η Κατερίνα Γιαννακοπούλου επέλεξε να απέχει από την ανάμειξη με τα κοινά του Παναθηναϊκού), ο συνεχιστής του ονόματος, της παράδοσης, της ευθύνης.

Ο μοναδικός συνεχιστής μιας επιχειρηματικής δυναστείας, αλλά και της πιο επιτυχημένης ελληνικής ομάδας όλων των εποχών στα ομαδικά σπορ. Βαρύ φορτίο. Δυσβάσταχτο, όσο προετοιμασμένος κι αν είσαι με κάτι που έμοιαζε από καιρό ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Αίφνης, τα κλειδιά ενός κολοσσού όπως η Βιανέξ βρίσκονται κυρίως στα δικά του χέρια ως κυρίαρχος στο μετοχολόγιο της εταιρίας. Η ευθύνη για το αύριο εκατοντάδων οικογενειών βαραίνει τις δικές του πλάτες. Η μοίρα του μπασκετικού τριφυλλιού εναποτίθεται στους ώμους του. Όλες πια οι αποφάσεις, μικρές ή μεγάλες, σημαντικές ή ασήμαντες περνούν στα δικά του χέρια. Όλες. Μόνο που τώρα πια δεν μπορεί να ζητήσει τις πολύτιμες συμβουλές του Παύλου, του Κώστα ή του Θανάση. Δεν μπορεί να πατήσει στην πείρα, στο επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, δεν μπορεί να επωφεληθεί από το κύρος ή το ανάστημα τους. Τώρα όλα πρέπει να τα κάνει μόνος. Θα ερχόταν κάποτε αυτή η ώρα, αλλά τώρα ίσως να έπεσαν όλα μαζεμένα.

Τώρα πια, δεν είναι απλά ο γιος του «Παύλου του Θεού», είναι εκείνος ο Πατριάρχης της οικογένειας Γιαννακόπουλου. Εκείνος είναι ο κλειδοκράτορας της Βιανέξ. Κι ο κυβερνήτης του Παναθηναϊκού σε μπάσκετ, Ερασιτέχνη. Ίσως τώρα που γίνεται αυτή η σκληρή καταμέτρηση, να αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος πόσο πολλά μαζεύτηκαν να διαχειριστεί.

Στις 22 Ιουνίου ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος θα κλείσει τα 45 του, διανύει την πιο ενεργή περίοδο της ζωής κάθε άνδρα. Συνάμα, θα κλείσει μία γεμάτη επταετία στο τιμόνι της ΚΑΕ με τα (πολύ) καλά του και τα (πολύ) κακά του. Επτά χρόνια τόσο έντονα, με τόσα πολλά ups και downs που ισοδυναμούν με μία παραγοντική ζωή ολόκληρη. Δεν είναι ο στόχος να γίνει καταγραφή των θετικών και αρνητικών πεπραγμένων του, των κατακτήσεων και των λαθών, τα ξέρουμε και τα ξέρει.

Για την ιστορία, στα 45 του ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήταν ακόμα ένα απλό μέλος στον «Παναθηναϊκό Συναγερμό» που διοικούσε τότε τον Ερασιτέχνη και στα 47 του ανέλαβε για πρώτη φορά γενικός αρχηγός και πρώτος αντιπρόεδρος.

Μερικές φορές λοιπόν η ίδια η ζωή από μόνη της σε αλλάζει σελίδα απότομα. Σου δίνει μια γερή σπρωξιά και σε αναγκάζει να πας παρακάτω. Σε υποχρεώνει να αλλάξεις, αν θες να προσαρμοστείς. Σε σοβαρεύει. Σε νουθετεί. Σε ωριμάζει. Είναι η στιγμή που κοιτάς γύρω σου και δεν βλέπεις κανέναν.

Τα ρίσκα γίνονται λιγότερα, η εμπειρία φέρνει από μόνη της την σύνεση. Κάθε κίνηση, κάθε λέξη ζυγίζεται δύο και τρεις φορές. Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος δεν θα πάψει ποτέ να ελκύει την δημοσιότητα, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ό,τι πει, ό,τι κάνει, ό,τι γουστάρει γίνεται viral. Έχει το χάρισμα να προκαλεί ιδιαίτερα ηλεκτρομαγνητικά κύματα σε φίλους και εχθρούς, να πολώνει, να δημιουργεί εντάσεις, ρήξεις, έχει ορκισμένους φίλους, αλλά και ορκισμένους εχθρούς.

Το modus operandi του μέχρι στιγμής στον Παναθηναϊκό θα χαρακτηριζόταν με μία λέξη «ηχηρό». Πολύ ηχηρό με εκείνον συνήθως σε πρώτο πλάνο να μαγνητίζει όλα τα μπράβο, αλλά και όλα τα αναθέματα. Ένα περίεργο καθημερινό συναισθηματικό μπρα ντε φερ, το οποίο ο ίδιος επιλέγει λες κι αυτό και δίνει οξυγόνο στα κύτταρα του.

Οι πιο παλιοί σίγουρα θα το θυμούνται. Ανάλογα παρορμητικοί στην παραγοντική τους εφηβεία ήταν τόσο ο Παύλος, όσο και ο Θανάσης. Και το DNA είναι σαν την οικογένεια. Δεν το επιλέγεις. Με τα χρόνια, με την πείρα κατάλαβαν κι εκείνοι, ότι όσο πιο «άφαντος», όσο πιο σιωπηλός, όσο πιο διακριτικός είσαι, τόσο μεγαλύτερο σεβασμό απολαμβάνεις. Less is more.

Κανείς δεν μπορεί να υποδείξει στον Δημήτρη Γιαννακόπουλο να γίνει σαν τον Παύλο ή τον Θανάση. Τέτοιοι άνθρωποι είναι one of a kind, δεν κοπιάρονται, δεν αντιγράφονται. Το καλούπι έσπασε μετά την πρωτογενή χρήση του. Ωστόσο, μπορεί να πατήσει πάνω στο μονοπάτι που εκείνοι ιχνηλάτησαν. Εξάλλου, εκτός όλων των άλλων, έχει πια να προστατέψει ένα επώνυμο βαρύ σαν ιστορία.

Στις στιγμές της αυτοκριτικής του ξέρει κι ο ίδιος πολύ καλά ότι ο παρορμητισμός, ο εκρηκτικός του χαρακτήρας τον έχει οδηγήσει σε λάθη. Σε πολλά λάθη. Όπου υπήρξε αμετροεπής, το πλήρωσε με προσωπικό κόστος. Χωρίς λάθη όμως δεν προκύπτει γνώση.

Το πάθος με το οποίο διοικεί τον Παναθηναϊκό, ο οπαδικός τρόπος που αγαπάει το τριφύλλι κάνει τους οπαδούς του συλλόγου να πίνουν νερό στο όνομα του. Ου μην, να τον βλέπουν και ως μοναδική λύση για το αύριο του βασικού πυλώνα του κλαμπ, δηλαδή του ποδοσφαίρου. Είναι ο μόνος που απέμεινε από μια στρατιά επιφανών φίλων του συλλόγου, κι ίσως εδώ φανεί και πώς μεταφράζεται η στήριξη του κόσμου.

Τι του λείπει; Η καθολική αναγνώριση που απολάμβαναν εκείνοι που τον γαλούχησαν στο επιχειρείν και στο… παναθηναικείν. Θα την προσεγγίσει όταν μάθει να καλμάρει τα νεύρα του, όταν μάθει να… μετράει πρώτα ως το 100 πριν πράξει το οτιδήποτε, όταν μετριάσει τον παρορμητισμό του, όταν αποφασίσει να κατεβάσει τα ντεσιμπέλ της φωνής, αλλά και των πράξεων του.

Στα 45 του κανείς δεν ξέρει πόσο οξύθυμος ή νουνεχής μπορεί να ήταν ο Παύλος κι ο Θανάσης ώστε να απαιτήσει και από τον Δημήτρη να έχει την εμπειρία, τη γνώση και τη διαχείριση καταστάσεων που είχαν εκείνοι στα 60, τα 70, τα 80 τους. Στην πορεία όμως, έγιναν «σοφοί» και σήμερα αποτελούν το φωτεινό παράδειγμα.

Ο διάδοχος έχει πλέον τα κλειδιά και την τεράστια ευθύνη στα χέρια του. Είναι βαριές οι λέξεις αλλά αποτελεί τον Πατριάρχη της σπουδαιότερης διαχρονικά οικογένειας του ελληνικού αθλητισμού. Μερικές φορές χρειάζεται απλά να κάνεις ένα βήμα πίσω, στις δύσκολες στιγμές, όχι μόνο για να μην σπάσεις το κεφάλι σου πάνω στον τοίχο. Αλλά και για να πάρεις την απαιτούμενη φόρα και να πηδήξεις ψηλά, να τρυπήσεις ή να φτάσεις το θεόρατο ταβάνι που βρήκες σαν ευχή και κατάρα.

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα