Μαρθίλια Σβάρνα: Ηθοποιός, συγγραφέας, μουσικός

Απόφοιτη της σχολής του Lee Strasberg στο Λος ΄Αντζελες. Το πρώτο της θεατρικό έργο έκανε πρεμιέρα στη σκηνή του ιστορικού θεάτρου Marilyn Monroe στο Χόλιγουντ. Σύντομα θα πρωταγωνιστήσει σε ταινία ελληνοαμερικανικής παραγωγής. Αν μπορούσε θα γύρισε πίσω στην δεκαετία του ’60.

Η πορεία μου στα καλλιτεχνικά ήταν από πάντα κάπως δεδομένη στο κεφάλι μου.

Είμαι από πιτσιρίκι στις αίθουσες μπαλέτου και πιάνου, οπότε η έκφρασή μου μέσω των καλλιτεχνικών, δεν ήρθε ξαφνικά. Πιο πολύ ήταν αναμενόμενο, θα έλεγα. Η πρώτη φορά που δημιούργησα κάτι, επί της ουσίας, δικό μου ήταν όταν ξεκίνησα να γράφω μουσική και στίχους στα 15. Όταν ερωτεύτηκα για πρώτη φορά, δηλαδή.

Το γεγονός ότι συνέχισα πιστεύω ότι είναι θέμα τύχης.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο, γιατί όλα παίζουν τον ρόλο τους και εσωτερική ανάγκη και πολλοί εξωτερικοί παράγοντες. Μπαίνοντας στο Λύκειο, είχα στο μυαλό μου ότι ήθελα να περάσω στην Αρχιτεκτονική γιατί όλοι έδιναν Πανελλήνιες, άρα “έπρεπε κι εγώ”. Αλλά τελικά έγινε αυτό που είχα ήδη επιλέξει.

Είναι πολλά αυτά που με καθορίζουν καλλιτεχνικά, αλλά αν πρέπει να ξεχωρίσω κάτι, αυτό σίγουρα είναι το γεγονός ότι έφυγα για το εξωτερικό σε σχετικά μικρή ηλικία.

Το να βρίσκεσαι μόνος σου σε μια ξένη χώρα, σε επηρεάζει καθολικά. Άρα και το έργο σου. Δηλαδή η“μοναξιά” και η “απόσταση” είναι δύο έννοιες, οι οποίες δεν λείπουν ποτέ από αυτά που δημιουργώ, ακριβώς γιατί είναι πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου πλέον.

Το θετικό όμως είναι ότι έχω τεράστια λίστα αναμνήσεων από τη Lee Strasberg.

Ιστορίες καθηγητών από τις “ένδοξες ημέρες του σινεμά”, μεταμεσονύκτια γυρίσματα στη Λεωφόρο Σάνσετ, διάλειμμα για τσιγάρο στην έξοδο κινδύνου με κλάματα, ακατάπαυστη παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς -όλη μέρα, κάθε μέρα, γιατί μόνο έτσι θα γίνει εργαλείο μας – φωνές καθηγήτριας πίσω από την κάμερα “ΚΑΤ! Τέλεια παιδιά – πάμε πάλι τώρα, γιατί δεν έγραφα”.

Μετά από εννέα μήνες στο Χόλυγουντ, αποφάσισα ότι πρέπει να γράψω μία δική μου ιστορία, ώστε να μην έχω ανάγκη κανέναν στο ξεκίνημά μου σαν ηθοποιός.

Ένα απόγευμα, λοιπόν, οδηγώντας προς το σπίτι, είδα έναν άστεγο ζωγράφο και θυμήθηκα μία ιστορία για ένα ατελιέ, που είχα γράψει στο Λύκειο. Μέχρι να φτάσω σπίτι, είχα ήδη τον βασικό σκελετό και τρεις μέρες μετά, το πρώτο ολοκληρωμένο πρόχειρο του «Our Basement».

Η πρεμιέρα στο Λος Άντζελες σηματοδότησε την έναρξη του ταξιδιού του έργου.

Κάτι, φυσικά, πολύ σημαντικό για εμένα. Η πρεμιέρα στην Αθήνα όμως, είναι εξίσου σημαντική, καθώς μου είναι αδύνατο να θεωρήσω κάποιο βήμα της διαδρομής μου λιγότερο ή περισσότερο “βαρύ” από κάποιο άλλο. Δούλεψα με την ίδια επιμονή, έχω την ίδια αγωνία για το πως θα πάει, έχω τον ίδιο σεβασμό για το κοινό.

Η δική μου προτεραιότητα, είναι η ευτυχία και η ηρεμία μου.

Δεν μπορώ να λειτουργήσω ούτε σαν επαγγελματίας, αλλά ούτε και σαν άνθρωπος, αν δεν βρίσκομαι σε αρμονία με τον εαυτό μου και με τους ανθρώπους που αγαπώ. Δεν θα θυσίαζα ποτέ αυτά τα δύο για να πετύχω επαγγελματικά ή οικονομικά. Αυτό συμβαίνει και στην ηρωίδα μου.

Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση σήμερα, έχει φέρει πολλούς κοντινούς μου ανθρώπους, σε σημείο να φύγουν από τη χώρα τους, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον.

Σε ένα βαθμό το έκανα κι εγώ – έφυγα δηλαδή, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες (όπως κάνουν και οι δύο ήρωες της ιστορίας του «Our basement»). Αυτό δε σημαίνει ότι τις βρήκα, ούτε όμως ότι απογοητεύτηκα από αυτά που έζησα στο εξωτερικό. Νομίζω το κλειδί σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να μετακινείσαι διαρκώς και να δοκιμάζεις. Κάποια στιγμή η ζωή θα σου δείξει από μόνη της που πρέπει να πας.

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο στον κόσμο που ζούμε, είναι το μέγεθος της εισβολής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητά μας.

Είμαστε 24 ώρες την ημέρα μπροστά σε οθόνες που τις αφήνουμε να μας βομβαρδίζουν, αντί να τις χρησιμοποιούμε προς όφελός μας. Λόγω αυτού το φαινομένου, κινδυνεύει και η πραγματική επαφή μεταξύ ανθρώπων. Είναι κάτι που με στεναχωρεί αφάνταστα.

Αν υπήρχε μηχανή του χρόνου και γύριζα στη δεκαετία του ’60,

θα ήθελα να γνωρίσω τον Έρικ Κλάπτον, μόνο και μόνο για να είμαι κάπου στον κήπο του, όταν έγραψε το «Here comes the sun» ο Τζόρτζ Χάρισον. Πρέπει να ήταν μία πραγματικά όμορφη μέρα.

Η Μαρθίλια Σβάρνα σε σκηνή της παράστασης με τον συμπρωταγωνιστή της, Λάμπρο Κωνσταντέα.

Αν και είναι δύσκολο να απαντήσω με μεγάλη σιγουριά, τον εαυτό μου τον βρίσκω περισσότερο όταν μελετάω κάποιο ρόλο.

Η υποκριτική είναι αυτή που με έχει κερδίσει περισσότερο από όσα κάνω, αν και τα αγαπώ όλα, το καθένα για διαφορετικούς λόγους. Ο χορός μου έμαθε να είμαι δυνατή, η μουσική να είμαι ευαίσθητη και η
υποκριτική, πως να παντρεύω αυτά τα δύο.

Το αγαπημένο μου μιούζικαλ είναι το «Chicago».

Το ξέρω όλο απ’ έξω, είμαι τρομερή φαν. Είναι από τα πιο καλαίσθητα σόου που έχω δει, από κάθε άποψη. Υπάρχει λόγος που είναι “all time classic”.

Μέσα από τη δουλειά, κατάλαβα ότι η θεατρική σκηνή του Λος Άντζελες είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της Αθήνας.

Μιλάμε για θιάσους (και κοινό) εντελώς διαφορετικής αισθητικής και κουλτούρας. Και φυσικά, ιστορίας θεάτρου. Το αμερικανικό θέατρο είναι, ως επί το πλείστον, πολύ πιο κοντά στον κινηματογράφο, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που έχουμε ρίζες βαθιά μέσα στον χρόνο και το αρχαίο δράμα. Έχουμε άλλη οπτική για τα πράγματα. Δεν γνωρίζω καλά την σκηνή εδώ, γιατί δεν έχω υπάρξει μέρος της, ανυπομονώ όμως.

Είναι γεγονός ότι όταν ασχολείσαι με τις τέχνες, το να ταξιδεύεις και να ζεις σε διάφορα μέρη του κόσμου, ακολουθώντας τις ανάγκες τις δουλειάς σου, είναι αναγκαίο.

Θα ήθελα κάποια στιγμή στο μέλλον να εγκατασταθώ κάπου, μάλλον στην Ελλάδα, γιατί είναι τόσο όμορφη, είναι το σπίτι μου. Για την ώρα όμως, είμαι ακόμα στο ξεκίνημα της επαγγελματικής μου πορείας. Έχω πολλά ταξίδια να κάνω.

Τα σχέδιά μου για το άμεσο μέλλον είναι κυρίως κινηματογραφικά.

Με την έναρξη του 2020, έχουμε τα γυρίσματα της ταινίας «Man of God», ελληνοαμερικανικής παραγωγής, σε σενάριο και σκηνοθεσία της χαρισματικής Yelena Popovic. Στη συνέχεια, θα ξαναπάω στο Λος Άντζελες για τα γυρίσματα μίας άλλης παραγωγής, για την οποία το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι θα γυριστεί σ’ ένα Μοτέλ στην έρημο. Ανυπομονώ και για τα δύο.

Το τελευταίο μου live το ξεκίνησα με ένα δικό μου κομμάτι-ιστορία, το «Lucky Gass»,

το οποίο μιλά για έναν άνθρωπο που κάποτε, κάπως, έχασε το μυαλό του. Για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, θα ξεκινούσα πάλι με αυτό με αυτό.