Οι πρώτοι φόροι που μειώνονται από το 2020 – «Κλείδωσαν» μειώσεις 500 εκατ. ευρώ

Με συντελεστή 24% θα φορολογηθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων το 2019, με παράλληλη μείωση του φόρου μερισμάτων από το 10% στο 5%.

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις που ήθελε να περάσει η κυβέρνηση έχουν τη σύμφωνη γνώμη των θεσμών, αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές στα «ΝΕΑ», για εμπροσθοβαρή εφαρμογή τους ήδη από τα φετινά κέρδη, τα οποία θα αποτυπωθούν στις φορολογικές δηλώσεις του επόμενου έτους.

Το πακέτο μειώσεων φόρων για τα φυσικά πρόσωπα παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα, όπως και η τύχη του αφορολογήτου.

Οι ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις μέσω των οποίων η κυβέρνηση φιλοδοξεί να δώσει βαθιά ανάσα στον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κοστολογούνται, σύμφωνα με πληροφορίες, στα 500 εκατ. ευρώ. Ενδεχομένως, αυτό το πακέτο μέτρων να «στοιχίσει» τελικά λιγότερα εάν επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες ουσιαστικών δευτερογενών επιπτώσεων στο ΑΕΠ.

Με τα σημερινά δεδομένα, η διπλή παρέμβαση στις φορολογικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων είναι το μοναδικό «κλειδωμένο» μέτρο με συμφωνία κυβέρνησης και θεσμών αλλά δεν είναι το μοναδικό το οποίο επιθυμεί το οικονομικό επιτελείο να προωθήσει άμεσα.

Αφορολόγητο, μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολογίας φυσικών προσώπων στο 9% με παράλληλη μείωση του ανώτατου συντελεστή τουλάχιστον στο 40% (από 45%), σταδιακή κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και του τέλους επιτηδεύματος, όπως και περαιτέρω μείωση στον ΕΝΦΙΑ, σε συνδυασμό με εκπτώσεις φόρου 40% στις δαπάνες ενεργειακής, αισθητικής και λειτουργικής αναβάθμισης των ακινήτων, βρίσκονταν στην προεκλογική ατζέντα με ορίζοντα τετραετίας και τώρα πλέον τελούν υπό επεξεργασία από ειδικές ομάδες εργασίας στο υπουργείο Οικονομικών.

Το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους δεν προσδιορίζεται ούτε στο ελάχιστο από καμία πηγή του υπουργείου.

«Ολα είναι ανοιχτά» διαμηνύει στα «ΝΕΑ» αρμόδιο υψηλόβαθμο στέλεχος.

Και αυτό διότι δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη πώς θα κλείσει ο προϋπολογισμός του 2019, τι δημοσιονομικά περιθώρια θα συμφωνηθεί με τους θεσμούς ότι υπάρχουν το 2020 και κυρίως τι θα γίνει στο μέτωπο της διαπραγμάτευσης αναφορικά με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Με την οικονομία της ευρωζώνης αλλά και την παγκόσμια οικονομία να κυκλώνονται από αυξημένους κινδύνους ύφεσης, το οικονομικό επιτελείο και η κυβέρνηση έχουν ένα πρόσθετο «όπλο» διαπραγμάτευσης, το οποίο σχεδιάζουν να αξιοποιήσουν.

Εάν επιβεβαιωθούν οι κίνδυνοι, όπως είναι παραπάνω από πιθανό σύμφωνα με τις διεθνείς αναλύσεις, και οι μεγάλες οικονομίες επιστρατεύσουν πακέτα δημοσιονομικής χαλάρωσης (ήδη έχει ανοίξει η συζήτηση σε ΗΠΑ και Γερμανία, με τον Ολαφ Σολτς μάλιστα να φλερτάρει με την ιδέα ακόμα και προσωρινής εγκατάλειψης του «μαύρου μηδέν» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών), θα έμοιαζε με «καταδίκη» για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες της χώρας οι ευρωπαίοι εταίροι να συνεχίσουν να απαιτούν πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022.

Πολύ περισσότερο δε όταν έχουν αλλάξει κρίσιμες παραδοχές στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, με το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου να έχει υποχωρήσει θεαματικά.

Η συζήτηση έχει ξεκινήσει σε ανεπίσημο επίπεδο και αναμένεται το θέμα των πλεονασμάτων και υπό το πρίσμα της ύφεσης να τεθεί στον κύκλο διεθνών επαφών του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ηδη άλλωστε στις Βρυξέλλες υπάρχουν ζυμώσεις για μια άτυπη μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα στο 2,9%-3% του ΑΕΠ το επόμενο έτος με τη χρήση των κερδών από ελληνικά ομόλογα τα οποία διακρατά το ευρωσύστημα.

Επιτυχής κατάληξη αυτών των συζητήσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει, υπό προϋποθέσεις, ένα έξτρα δημοσιονομικό περιθώριο της τάξεως των 700 εκατ. ευρώ για ελαφρύνσεις στα φυσικά πρόσωπα το 2020.

Αναφορικά με το σχέδιο «παράκαμψης» του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ με τη χρήση των κερδών από ελληνικά ομόλογα συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ, οι πληροφορίες αναφέρουν πως η Κομισιόν επεξεργάζεται πρόταση ώστε τα κέρδη από ελληνικά ομόλογα τα οποία αποδίδονται σε εξαμηνιαία βάση στην Αθήνα, σε συνάρτηση με την ικανοποίηση των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων, να περνούν ως έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Με τον τρόπο αυτόν, οι ευρωπαίοι εταίροι θα έδιναν έμπρακτη στήριξη στην αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, διευκολύνοντας καταλυτικά τους δημοσιονομικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης.

Πρακτικά σε αυτή την περίπτωση ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει και το 2020 στο 3,5% του ΑΕΠ. Εάν όμως το Eurogroup αποφασίσει ότι τα έσοδα του 1,2 δισ. ευρώ θα μετρούν στον κατά πρόγραμμα ορισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος (σήμερα δεν αθροίζονται, παρ’ ότι η Eurostat τα υπολογίζει με βάση τους δικούς της κανόνες), τότε το υπουργείο Οικονομικών ουσιαστικά θα «κυνηγά» πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.

Το τοπίο για το τελικό πακέτο μειώσεων φόρων το επόμενο έτος θα αρχίσει να ξεδιαλύνει στο τέλος Σεπτεμβρίου, μετά την έλευση των θεσμών στις 23 του μήνα στην Αθήνα. Οι προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης αναμένεται να υποβληθούν νωρίτερα γραπτά στους θεσμούς. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε αποστολή τους στα τέλη Αυγούστου, αλλά, όπως αναφέρουν νεότερες πληροφορίες, δεν αποκλείεται να καθυστερήσει.