Το ρίσκο Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον

Ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης θα «εορτάσει» τους έξι μήνες από τη συγκρότηση της κυβέρνησής του με επίσκεψη στον Λευκό Οίκο, στις 7 Ιανουαρίου, αντιμετωπίζοντας -λόγω των υπερβολικών ανοιγμάτων του προς την Κίνα- ιδιότυπο κλίμα καχυποψίας, που θα επηρεάσει ΚΑΙ τη συζήτηση για τις προκλήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο.

Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Η «δημοκρατία» είναι ίσως το μοναδικό μέσο ενημέρωσης που αναφέρεται, εδώ και μήνες, στην κινεζική ωρολογιακή βόμβα, η οποία υπονομεύει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και, ταυτόχρονα, προκαλεί ερωτήματα σε ισχυρά μέλη της Ε.Ε., όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Το αποκλειστικό δημοσίευμα ότι οι ΗΠΑ αξιώνουν από την Ελλάδα ταχεία υπογραφή συμφωνίας για τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα 5G, ώστε να περιοριστεί η κινεζική επιρροή, επιβεβαιώθηκε από την ίδια την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου για τη συνάντηση Τραμπ – Μητσοτάκη. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «ο πρόεδρος Τραμπ θα δώσει έμφαση στη σπουδαιότητα της ασφάλειας των τηλεπικοινωνιών, ειδικά σχετικά με το 5G, σε αντιπαράθεση με την κακόβουλη επιρροή (τρίτων) στην περιοχή».

Όμως, πέραν των λαθών με την Κίνα, οι σχέσεις Αθήνας – Ουάσινγκτον ούτως η άλλως χαρακτηρίζονται από μία αντίφαση τους τελευταίους μήνες (ή και την τελευταία διετία – τριετία) εν μέσω της επιθετικής δράσης της Άγκυρας στην ευρύτερη περιοχή.

Από τη μία πλευρά, όλοι οι διαμορφωτές πολιτικής (Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Πεντάγωνο, Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας) ειλικρινώς χαρακτηρίζουν στρατηγική και καλύτερη από ποτέ τη συνεργασία με την Ελλάδα. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, συμπληρώνουν ότι οι σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ είναι ανεξάρτητες από τις αντίστοιχες Ουάσινγκτον – Άγκυρας, όσο και αν παραδέχονται ότι πολλοί από τους διπλωματικούς και στρατιωτικούς κύκλους της περιοχής τέμνονται.

Επομένως, αν ο πρωθυπουργός έχει την πλάνη (ή αν παρουσιαστεί η ψευδής επικοινωνιακή εικόνα από τους «Ηρακλείς του Στέμματος») ότι η συνάντηση του Λευκού Οίκου ισοδυναμεί με πολιτική αποθέωση του ιδίου και στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά του Τούρκου προέδρου Ρ. Τ. Ερντογάν, τότε η ελληνική διπλωματία θα έχει υποστεί βαριά ήττα.

Παρόμοια με αυτή που ζήσαμε μόλις χθες, όταν ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Γ. Στόλτενμπεργκ απάντησε με τη δήλωση περί των ίσων αποστάσεων μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας στις οργισμένες επισημάνσεις του κ. Μητσοτάκη, από το συνέδριο της Ν.Δ., κατά της στάσης της Συμμαχίας.

Επιπλέον, η κυβέρνηση έδωσε την εικόνα ότι θα απαιτούσε από το ΝΑΤΟ την καταδίκη της Τουρκίας, λες και υπάρχει σχετική διαδικασία στα συμμαχικά όργανα κατά ενός κράτους-μέλους. Η ουσία της δήλωσης Μητσοτάκη ήταν ορθή, διερμηνεύοντας τα αισθήματα της κοινής γνώμης και τις επιχειρησιακές ανησυχίες της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά δεν είχε την παραμικρή αποτελεσματικότητα…

Στο πλαίσιο αυτό, είναι νωρίς να διατυπωθούν προβλέψεις για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων του κ. Μητσοτάκη στον πρόεδρο Τραμπ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την εισβολή της Άγκυρας στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η πραγματικότητα είναι ότι όχι μόνον έχουν δημιουργηθεί νέα τετελεσμένα, αλλά επιπλέον αρκετοί παράγοντες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάνουν ήδη λόγο για ντε φάκτο αποτυχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Κατόπιν όσων συνέβησαν στην κυπριακή ΑΟΖ, ο ανεξέλεγκτος Ερντογάν έχει τον πειρασμό να προχωρήσει σε παρόμοιες κινήσεις εντός των θαλάσσιων ζωνών της Ελλάδας (Καστελόριζο και αλλού) την ίδια ώρα που δεν διστάζει να εξαργυρώσει την υποστήριξη που παρέχει (και με οπλισμό) στους ισλαμιστές της Λιβύης.

Αντίθετα, ο κ. Μητσοτάκης θα έχει την ευκαιρία μιας πιο παραγωγικής συζήτησης με τον Αμερικανό πρόεδρο, τον υπουργό Εξωτερικών Μ. Πομπέο και άλλους αξιωματούχους για τα Βαλκάνια (απομένει να αποφασιστεί αν θα επαναληφθεί η διαδικασία της επίσκεψης Σαμαρά το 2013 με χωριστή συνάντηση με τον τότε υπουργό Εξωτερικών Τζ. Κέρι ή της επίσκεψης Τσίπρα το 2017 με παρουσία του Ρ. Τίλερσον δίπλα στον πρόεδρο Τραμπ).

Μετά και την υιοθέτηση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τον πρωθυπουργό, η αμερικανική πλευρά έχει μεταφέρει στην Αθήνα το μήνυμα ότι θα στήριζε την «ελληνική επιστροφή» στα Βαλκάνια, στο πρότυπο της εντυπωσιακής πολιτικής και οικονομικής διείσδυσης της περιόδου 1999-2009.

Αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει, εκτιμάται ότι, μαζί με τη στήριξη προς τις κυβερνήσεις των Τιράνων και των Σκοπίων, η Αθήνα μπορεί να συνδράμει την ευρωπαϊκή προοπτική της Σερβίας και άλλων χωρών. Κύριος στόχος παραμένει η προοπτική έναρξης των ενταξιακών συνομιλιών των κυβερνήσεων Ράμα και Ζάεφ με την Ε.Ε. στο πρώτο τρίμηνο του 2020, αλλά, ως γνωστόν, οι αντιρρήσεις της Γαλλίας και άλλων εταίρων συνεχίζονται.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη