Τρεις νύχτες στη Θεσσαλονίκη: Το μπαλέτο της Λυρικής ενεργοποίησε μια νέα δυναμική

H Λίμνη των Κύκνων και… των sold out που χορογράφησε ο Κωνσταντίνος Ρήγος, λίγο πριν επιστρέψει τον Δεκέμβριο στην Εθνική Λυρική Σκηνή για ένα δεύτερο κύκλο παραστάσεων, παρουσιάστηκε για τρεις βραδιές στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Και εκεί, δημιουργήθηκε μια νέα δυναμική συνθήκη που αφορά το χτίσιμο σχέσεων που τροφοδοτούν τον πολιτισμό.

Ηδη πριν την πρεμιέρα της Παρασκευής, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης υπήρχε μια αδημονία για την έλευση της Λίμνης των Κύκνων σε χορογραφία Κωνσταντίνου Ρήγου από τη Λυρική. Μου θύμιζε την υπερδιέγερση που επικρατούσε στην Αθήνα λίγο πριν την εμφάνιση της Florence στο Ηρώδειο. Μια ακαριαία ανάσα και ανυπομονησία για ένα έργο τέχνης, για ένα μπαλέτο θρυλικό, αγαπημένο, που φαίνεται πως απόκτησε κάτι πέρα από την πατίνα που έχει ένα οικογενειακό κειμήλιο χάρη στη χορογραφία του Ρήγου και τη δυναμική του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Κλασικό, αλλά μια μια ροκ αχλή.

Αυτό ήταν το κλίμα εξαιτίας των κριτικών που είχαν ήδη γραφτεί όταν ανέβηκε για πρώτη φορά πέρυσι το χειμώνα στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος και κυρίως εξαιτίας των αντιδράσεων του κοινού στα social media. Ομως αυτή η ροκ ενέργεια και αδημονία στην πόλη οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Ρήγος είναι γνώριμος στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκε να διευθύνει το Χοροθέατρο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στην πιο γόνιμη εποχή του. Εκανε το χοροθέατρο προορισμό, πολλοί προγραμμάτισαν τριήμερα στη Θεσσαλονίκη μόνο και μόνο για να δουν τις θρυλικές παραστάσεις. Η πόλη δεν ξεχνά τους δημιουργούς που της αφιερώνονται και την τιμούν.

Η Θεσσαλονίκη δέχθηκε με λαχτάρα την παράσταση και το Μέγαρο Μουσικής μεταμορφώθηκε για τρεις νύχτες σε ένα πολύβοο μελίσσι με πάρα πολλά παιδιά ανάμεσα στους ενήλικες. Και μετά την ατμόσφαιρα πάρτι στα φουαγιέ και στο προαύλιο, με το που ξεκίνησε η παράσταση, μετά το πρώτο σιγανό ωωω με την εμφάνιση των σκηνικών, του φτερού από φούξια ροζ neon, την ξεραμένη λίμνη, τις δυο μεγάλες τζαμαρίες που μου θύμισαν αίφνης το ασφυκτικό εσωτερικό σκηνικό του Dogville- ακολούθησε η απόλυτη σιωπή. Θαυμαστό πως τόσο μεγάλο κοινό, τόσο παιδιά ανάμεσά τους έμειναν απολύτως σιωπηλοί προσηλωμένοι να παρακολουθούν. Τη στιγμή που ενήλικοι σε παραστάσεις εδώ στην Αθήνα δεν σταματούν να στριφογυρίζουν, να κοιτούν το κινητό να μιλούν στους διπλανούς τους. Οι Θεσσαλονικείς αυτά τα τρία βράδια εγκαθίδρυσαν μια συνθήκη εκκλησιάσματος. Που μεταφράζω και στην απόλυτη ανάγκη να δουν και άλλες αντίστοιχες παραστάσεις στην πόλη τους.

Και εδώ μπαίνει βέβαια η διάσταση του πραγματικού ρόλου που έχει ένας οργανισμός που φέρει τον προσδιορισμό εθνικός. Η Εθνική Λυρική Σκηνή με το Μπαλέτο της και χάρη στη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος το έκανε αυτό με την Λίμνη των Κύκνων δημιουργώντας ένα πρότυπο. Ενα μοντέλο τρόπου δράσης ενός εθνικού οργανισμού. Σε ένα Μέγαρο Μουσικής μάλιστα που έχει την υποδομή για να υποστηρίξει μεγάλα θεάματα. Που διψά για τέτοιες εμπειρίες και που παλεύει και στέκεται όρθιο με αντίξοες συνθήκες.

Η άλλη συνθήκη είναι αυτή της ανεμπόδιστης, αδιαμεσολάβητης σχέσης με το κοινό. Οπως αυτή που είδαμε με τους θεατές της Θεσσαλονίκης σε σχέση με το Μπαλέτο της Λυρικής. Είναι ανακουφιστικό να βλέπεις αυτή τη σχέση, συνειδητοποίησα κοιτώντας τη διάδραση τους και καθώς σκεφτόμουν την αρκετά συχνά μπλαζέ πλέον σχέση κοινού δημιουργών στην Αθήνα.

Βέβαια η παράσταση είχε όλες τις αρετές για να δικαιώσει αυτή τη δίψα. Η διαρκής ισορροπία του κλασικού με την ποπ αισθητική που έκανε τους χαρακτήρες πιο ευάλωτους, πιο σάρκινους, σαν να τους αγγίζει το κοινό. Η διαρκής επίσης υπόμνηση μιας δεύτερης ανάγνωσης πίσω από τα προφανή, ο διαυγής και ανεπαίσθητος τρόπος που θέματα ταυτότητας φύλλου τέθηκαν και στερεοτυπικά μοτίβα -όπως άντρας σηκώνει ψηλά γυναίκα- υποχώρησαν. Η Θεσσαλονίκη θα θυμάται για πολύ καιρό αυτή την παράσταση. Και όσοι βρεθήκαμε εκεί από την Αθήνα, θα ζηλεύουμε κάπως αυτή τη σχέση του κοινού με όσα συμβαίνουν επί σκηνής.