GEO – Βιολογικά προϊόντα: Καλό για το πιάτο µας, σωτήριο για τη φύση

ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ

 

Όπου µπορεί να ευδοκιµήσει η άγρια φύση, ανθεί και η ποικιλοµορφία. Μια επίσκεψη του περιοδικού GEO στο οικολογικό χωριό Brodowin το αποδεικνύει περίτρανα:
η βιολογική καλλιέργεια αποτελεί παράλληλα ένα ασφαλές καταφύγιο για τα πουλιά και τα έντοµα. Θέλουµε να τρεφόµαστε σωστά, αλλά και να προστατεύουµε τα είδη;
Οι παραγωγοί, οι γεωπόνοι, οι µάγειροι, µάς δείχνουν πώς µπορούµε να το πετύχουµε.

 

Καλό για το πιάτο µας,

σωτήριο για τη φύση

 

Μάλλον έτσι πρέπει να είναι, σκέφτοµαι, σπρώχνοντας το καρότσι µε τα ψώνια µου ένα καλοκαιρινό απόγευµα σε ένα από τα νέα βιολογικά σούπερ µάρκετ που τον τελευταίο καιρό ξεφυτρώνουν παντού σαν τα µανιτάρια. Είναι ένα υποκατάστηµα στη συνοικία του Βερολίνου Schöneberg. Έξω από το κατάστηµα η κίνηση της µητροπολιτικής πρωτεύουσας αυξάνεται. Μέσα, περπατάω αργά και εξερευνώ τα ράφια ενός καλά οργανωµένου καταστήµατος µε αγροτικά προϊόντα.

Οι συντάκτες του περιοδικού µε έστειλαν σε ένα ταξίδι µε σκοπό να διερευνήσω εάν όσα τρώµε επηρεάζουν το περιβάλλον µας και την ποικιλία των ειδών. Είπα στους συναδέλφους µου να είναι προετοιµασµένοι για µια σύντοµη ανταπόκριση.

Σχεδόν ένας στους τρεις Γερµανούς (στον αντρικό πληθυσµό τα νούµερα είναι ελαφρώς χαµηλότερα) ανέφεραν σε έρευνα που πραγµατοποίησε το Οµοσπονδιακό Υπουργείο Γεωργίας ότι αγοράζουν «συχνά» βιολογικά προϊόντα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκω κι εγώ. Συνήθως αγοράζω βιολογικά προϊόντα, όπως αυγά, γάλα, κάποιες φορές µπριζόλες, φρούτα, λαχανικά από την εβδοµαδιαία λαϊκή αγορά. Ή, από το συµβατικό κατάστηµα, ελλείψει καταστήµατος ειδών υγιεινής διατροφής στην πατρίδα µου, στην Κάτω Σαξονία. Έχω πειστεί ότι πρέπει να κάνω κάτι που να είναι καλό για µένα, αλλά πάνω απ’ όλα για το περιβάλλον.

Τώρα όµως, για πρώτη φορά µου τέθηκε το ερώτηµα για το αν και κατά πόσο ισχύει κάτι τέτοιο. Εάν όντως ισχύει, πώς ακριβώς ωφελείται η φύση από την καταναλωτική µου συµπεριφορά; Πώς επηρεάζουν οι απλές καθηµερινές αποφάσεις µου τον περίπλοκο κόσµο των ειδών; Και πόσοι άνθρωποι πρέπει να επιλέγουν σωστά όσον αφορά τη διατροφή τους προκειµένου να σώσουν τη βιοποικιλότητα του πλανήτη µας;

Όλοι µιλάνε για την κλιµατική αλλαγή. Όµως η ανθρωπότητα έχει ένα ακόµη µεγαλύτερο πρόβληµα να αντιµετωπίσει: την εξαφάνιση των ειδών. Περίπου ένα εκατοµµύριο ζώα και φυτά, σύµφωνα µε ανακοίνωση του Παγκόσµιου Συµβουλίου Βιοποικιλότητας στις αρχές του έτους, απειλούνται µε εξαφάνιση κατά τη διάρκεια του αιώνα που διανύουµε. Η µαζική εξαφάνιση των ζώων και η υπερθέρµανση του πλανήτη είναι φαινόµενα που σχετίζονται. Και τα δύο συµβαίνουν σε παγκόσµια κλίµακα και αµφότερα οφείλονται σε µεγάλο βαθµό στον δυτικό τρόπο ζωής µας. Ωστόσο, οι συνέπειες της κλιµατικής αλλαγής, στις πιο καταστροφικές µορφές της, δεν µας επηρεάζουν τόσο πολύ. Οι καταιγίδες, οι πληµµύρες, η ξηρασία, οι περίοδοι καύσωνα στη χώρα µας αποτελούν πεδίο έρευνας σχετικά µε το κατά πόσο αποτελούν συνέπειες της κλιµατικής αλλαγής.

Από την άλλη, δεν υπάρχει επαρκής έρευνα για την κατάρρευση της µεγαλύτερης κατηγορίας έµβιων όντων: των εντόµων. Εάν εκλείψουν τα έντοµα, τα πουλιά δεν θα έχουν τροφή. Τα λουλούδια θα χάσουν τους επικονιαστές τους. Και αυτό δεν θα συµβεί σε χώρες µακρινές. Ούτε στο µακρινό µέλλον. Αλλά εδώ και τώρα. Υπάρχουν όµως και καλά νέα, το πρόβληµα της εξαφάνισης των εντόµων µπορεί να επιλυθεί. Με ποιο τρόπο;

Όταν επισκέπτοµαι τη βιολογική αγορά παρατηρώ την ποικιλία των προϊόντων, τα οποία, ωστόσο, σπάνια αγοράζω. Ντίνκελ, σίκαλη, κεχρί, σιτάρι, κινόα, δίκοκκο σιτάρι, πράσινος σπόρος, καµούτ, φαγόπυρο, αµάρανθος: οι φανατικοί καταναλωτές βιολογικών προϊόντων αλέθουν οι ίδιοι το αλεύρι τους και λατρεύουν τη µεγάλη ποικιλία σπόρων που έχουν στη διάθεσή τους. Κάπως έτσι ερµηνεύω την προσφορά όλων αυτών των προϊόντων. Λίγο σαν αυταπάτη. Όταν όµως αλλάζω τον τρόπο που σκέφτοµαι, αντιλαµβάνοµαι πως, πράγµατι, η ποικιλία των προϊόντων έχουν άµεση σχέση µε τη βιοποικιλότητα.

Το ΒRODOWIN βρίσκεται περίπου 80 χιλιόµετρα βόρεια του Βερολίνου, στο Βρανδεµβούργο. Ένα ήσυχο χωριό, που υπάγεται στον δήµο Chorin, µε περίπου 400 κατοίκους, αυλές σπιτιών µε θέα στο λιβάδι, εκεί όπου ένας πελαργός έχει χτίσει τη φωλιά του. Τοπίο που µοιάζει να βγήκε από τις σελίδες ενός εικονογραφηµένου βιβλίου πλαισιώνει αυτό το αποµεινάρι φυσικού οικοσυστήµατος στο Schorfheide-Chorin. Οι λόφοι µοιάζουν να κινούνται µε το φύσηµα του αέρα, τα λιβάδια µοσχοβολούν θυµάρι. Στις αρχές του καλοκαιριού, ένα µπλε-κόκκινο στρώµα αιωρείται: τα λουλούδια του καλαµποκιού και της κενταύριας. Λίγο µετά την πτώση του Τείχους, οι κάτοικοι του Brodowin αποφάσισαν να συνεχίσουν να λειτουργούν το πρώην εργοστάσιο του υγραερίου ως βιολογικό αγρόκτηµα. Μόνο ένας αγρότης στην περιοχή του Brodowin εξακολουθεί να έχει συµβατικές καλλιέργειες. Οι κάτοικοι του Brodowin απέκτησαν εποµένως και ένα δεύτερο όνοµα για τον τόπο τους: «Οικολογικό Χωριό». Γνώριζα το λογότυπο του µεγαλύτερου αγροκτήµατος του χωριού πριν να το επισκεφτώ: ένα βόδι µπροστά από ένα άροτρο. Η εταιρεία προµηθεύει µε τα προϊόντα της και το σούπερ µάρκετ βιολογικών προϊόντων στο Schöneberg. Το ένα λίτρο του αγελαδινού γάλακτος που προέρχεται από το Brodowin κοστίζει 1,49 ευρώ. Περίπου 50 λεπτά του ποσού αυτού, εξηγεί ο Ludolf von Maltzan, καταλήγει στον ίδιο που είναι ο παραγωγός. Ο Maltzan διευθύνει ένα αγρόκτηµα που απλώνεται σε 15.000 στρέµµατα καλλιεργήσιµης γης. Στο αγρόκτηµα εκτρέφονται 220 αγελάδες, 300 κατσίκες, 1.800 κότες και κοκόρια και δουλεύουν 140 εργαζόµενοι. Ο Maltzan σχεδιάζει πάνω σε έναν χάρτη έναν µεγάλο κύκλο γύρω από το µικρό χωριό.

 

Στις 9 π.µ. ο ουρανός πάνω από το Brodowin είναι καθαρός, και η θερµοκρασία το µεσηµέρι θα φτάσει στους 35 βαθµούς Κελσίου. Έχουµε ραντεβού στο γραφείο του Maltzan. «Ελάτε», λέει, «µια µέρα όπως αυτή ο αγρότης δεν κάθεται κλεισµένος στο γραφείο του».

Ο Maltzan οδηγεί το τζιπ του µέσα σε χωµατόδροµους, δίπλα από τα χωράφια µε το κριθάρι που έσπειρε πέρσι το καλοκαίρι και της σίκαλης, της βρώµης και του σιταριού που έσπειρε φέτος τον χειµώνα. Ένα πολύχρωµο περίγραµµα οριοθετεί τα χωράφια. Είναι τα αγριολούλουδα. Χαµοµήλι, παπαρούνες, µη µε λησµόνει, κίτρινο λιβανόχορτο, σινάπι, λάχανο, αγριµόνια, φελλόχορτο, τσουκνίδα, κύµινο, κενταύρια: βότανα και λουλούδια που έχουν προσαρµόσει τον ρυθµό της ζωής τους στον ρυθµό των καλλιεργειών. Όταν φυτρώνουν οι σπόροι των χωραφιών, βλαστάνουν κι αυτά µαζί τους. Κάποια από αυτά το φθινόπωρο, όταν φυτρώνει το χειµερινό σιτάρι. Άλλα, πάλι, την άνοιξη, µαζί µε τα καλοκαιρινά φρούτα. Περνούν και αυτά όλες τις φάσεις του κύκλου της βλάστησης µέχρι τη συγκοµιδή – ανθοφορία, σχηµατισµός σπόρων, θάνατος.

 

Οι επιστήµονες του Thünen, του Οµοσπονδιακού Ινστιτούτου Έρευνας για τις αγροτικές περιοχές, τα δάση και την αλιεία, που έχει την έδρα του στο Braunschweig, συνέκριναν σε µία µεγάλη µελέτη τις οικονοµίες κλίµακας των αγροτών µε συµβατικές καλλιέργειες και των αγροτών µε βιολογικές καλλιέργειες, αλλά και το πώς επηρεάζουν τα δύο είδη καλλιέργειας τη βιοποικιλότητα. Οι διαφορές είναι εµφανείς σε ό,τι αφορά τα φυτά: ο µέσος αριθµός συγκοµιδής στις βιολογικές καλλιέργειες είναι κατά 95% υψηλότερος από αυτόν των συµβατικών καλλιεργειών. Τα βότανα και τα αγριολούλουδα που φυτρώνουν µαζί µε τις βιολογικές καλλιέργειες αποτελούν ένα καταφύγιο όπου ζουν χαρούµενα και τα έντοµα (23% περισσότερα είδη), από τα οποία, κατά συνέπεια, επωφελούνται και τα πουλιά (αύξηση 35%). Ένας αγρότης µε βιολογικές καλλιέργειες δεν ψεκάζει ποτέ µε φυτοφάρµακα τα αγριόχορτα. Εάν όµως δηµιουργήσουν προβλήµατα, εµποδίζουν, για παράδειγµα, το φως και τα θρεπτικά συστατικά να φτάσουν στις καλλιέργειές του, τότε χρησιµοποιεί µηχανικά µέσα για να τα καταπολεµήσει. Όµως αυτό συµβαίνει σπάνια. Ο Maltzan λέει ότι η ποικιλοµορφία, που δεν είναι δυνατό να την κατανοήσει κάποιος κατά τη διάρκεια µιας σύντοµης επίσκεψης στο αγρόκτηµα, δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη βιολογική καλλιέργεια: αυτήν µιας ηµερολογιακής χρονιάς. Ο αγρότης, κατά τη διάρκεια µιας χρονιάς, σπέρνει διάφορους σπόρους, όπως χειµερινή σίκαλη, ντίνκελ, χειµωνιάτικο σιτάρι και βρώµη, καλοκαιρινό σιτάρι, καλαµπόκι, ηλιοτρόπια, ανάλογα µε την εποχή. Έτσι, κάθε καλλιεργήσιµη περίοδος συνοδεύεται από τη δική της χλωρίδα. Προτού προλάβουν τα αγριόχορτα να αναπτυχθούν πολύ, η καλλιέργεια στο χωράφι αλλάζει, και µαζί µε αυτή αλλάζουν και οι συνθήκες για τη ζωή της συνοδευτικής χλωρίδας.

Η αναγκαιότητα εναλλαγής καλλιεργειών –που διαφέρουν ανάλογα µε τη γεωγραφική τοποθεσία– είναι ο κύριος λόγος στον οποίο οφείλεται η τόσο µεγάλη ποικιλία προϊόντων στα καταστήµατα βιολογικών τροφίµων. Οι βιολογικές καλλιέργειες, από αυτά που έχω µέχρι στιγµής αντιληφθεί, είναι πολλά περισσότερα από το να µην ψεκάζουµε µε λιπάσµατα και φυτοφάρµακα.

Όµως, η επιχειρηµατική δραστηριότητα µπορεί να εναρµονίζεται πάντα µε τη φύση; ∆εν υπάρχουν όρια; Αυτή τη ζεστή µέρα ο Maltzan κατευθύνεται προς το βουνό Seefeld, και συγκεκριµένα προς ένα απόκρηµνο λιβάδι σε κάποια πλαγιά, που έχει έκταση 100 στρέµµατα περίπου. Πριν από τέσσερις µέρες οι εργάτες του θέρισαν το χορτάρι που φύτρωνε εκεί. Ο αγρότης αρπάζει µια χεριά µουσκεµένο χορτάρι, το κρατάει γερά στη χούφτα του και το θερίζει. Αν ο µίσχος του είναι ξηρός, θα σπάσει. Η αρµονία µεταξύ των βιοκαλλιεργητών και της φύσης µοιάζει να τελειώνει στις πλαγιές του Seefeld. Τα λουλούδια στο λιβάδι θέλουν να ανθίσουν, οι πεταλούδες να πιουν το νέκταρ των λουλουδιών, τα πουλιά να γεννήσουν απογόνους και να αναθρέψουν τους νεοσσούς τους µε έντοµα. Όµως ο αγρότης θερίζει το χορτάρι. Το άχυρο της πρώτης κοπής, µου εξηγεί ο Ludolf von Maltzan, είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά. Το χρησιµοποιεί ως τροφή για τις αγελάδες του. Πώς όµως µπορούν να επιλυθούν αυτές οι διαφορές;

Περπατάω δίπλα σε έναν γοητευτικό, ψηλό άντρα και κατευθύνοµαι προς τη φάρµα βιολογικών προϊόντων Gut Temmen, η οποία ανήκει στην εταιρεία Gut Temmen Agrar GmbH & Co.KG, περίπου 25 χιλιόµετρα βορειοδυτικά από το Brodowin. Ο Frank Gottwald αποτελεί ένα είδος διαιτητή ανάµεσα στους αγρότες και στη φύση. Ως βιολόγος, γνωρίζει καλά τα έµβια όντα και τις συνήθειές τους. Το πουλί καστανολαίµης, για παράδειγµα, αναπαράγεται αργά και προτιµά να κάθεται πάνω σε ξερούς µίσχους. O Gottwald παρακάλεσε λοιπόν τους κτηµατίες να µην κόψουν τους µίσχους του χορταριού όταν θα θερίσουν. «Κοίτα», µου λέει και µου δίνει τα κιάλια του.

Το πρόγραµµα στο οποίο εργάζεται ο Gottwald ονοµάζεται «Γεωργία και Βιοποικιλότητα». Στη βορειοανατολική Γερµανία συµµετέχουν στην πρωτοβουλία αυτή 60 οικολογικά διαχειριζόµενες επιχειρήσεις, ενώ σε εθνικό επίπεδο οι αντίστοιχες επιχειρήσεις είναι περίπου 100. Οι µικρές επιχειρήσεις έχουν έκταση µικρότερη από 500 στρέµµατα, ενώ οι µεγαλύτερες κατέχουν µερικές χιλιάδες στρέµµατα γης. Κάθε επιχείρηση είναι διαφορετική, λέει ο Gottwald, ο οποίος, µαζί µε τους αγρότες, λαµβάνει συγκεκριµένα µέτρα έτσι ώστε να δώσει στα άγρια είδη και χρόνο και χώρο προκειµένου να αναπτυχθούν στα χωράφια. «Εδώ, το περιθώριο γύρω από το χωράφι θα µπορούσε να είναι πιο φαρδύ, ώστε να παραχωρήσει περισσότερο χώρο στα διάφορα είδη των άγριων ζώων και φυτών. Εδώ, δεν υπάρχει καταφύγιο για τα έντοµα. Κι εκεί υπάρχει µια ζώνη από χόρτα που διευκολύνει τη διαβίωση των αµφίβιων µεταξύ καλοκαιριού και χειµώνα». Αυτά ακούω από τον Gottwald καθώς τον συνοδεύω.

Όταν ο Ludolf von Maltzan θερίζει το χωράφι του στο Seefeld αφήνει αθέριστα περίπου 20 στρέµµατα γης, έτσι ώστε στο σηµείο εκείνο να αναπτυχθεί και να σχηµατίσει τους σπόρους του ο σπάνιος θάµνος Adonisrӧschen (αγριονεραγκουλα). Ορίζει τον χρόνο του θερισµού µε τέτοιο τρόπο ώστε τα πουλιά σταρήθρες να µπορούν να µεγαλώσουν τους νεοσσούς τους.

Ο Frank Gottwald και οι αγρότες, όπως ο Ludolf von Maltzan, λένε: «Έµαθα ότι η ευθύνη µου ως αγρότη δεν σταµατά στην άκρη του χωραφιού µου». Έτσι, δηµιούργησαν στο χωριό µια ένωση που προστατεύει τις τοπικές περιοχές διατήρησης της φύσης. Όλοι µαζί πέτυχαν αυτό που κάποιος θα µπορούσε να χαρακτηρίσει ως θαύµα του Brodowin: ενάντια σε ό,τι συµβαίνει σε εθνικό επίπεδο, ο πληθυσµός πολλών ειδών στην περιοχή δεν µειώνεται, αλλά αυξάνεται. Η διαφορά είναι ιδιαίτερα αισθητή στα πουλιά των χωραφιών, όπως οι σταρήθρες.  Σε άλλες περιοχές ο αριθµός των ειδών είναι πτωτικός, αλλά εντός και γύρω από το Brodowin σηµειώνει ανοδική πορεία.

Το 50% –210.000 στρέµµατα– της προστατευόµενης περιοχής του οικοσυστήµατος καλλιεργείται πλέον χωρίς τη χρήση φυτοφαρµάκων. Πρόκειται για τη µεγαλύτερη περιοχή βιολογικής καλλιέργειας στη Γερµανία. Οι βιοκαλλιεργητές του Βρανδεµβούργου είναι οι βασικοί προµηθευτές της αγοράς του Βερολίνου. Κάτοικοι από πολλές πόλεις που ενδιαφέρονται για την προέλευση του φαγητού τους έρχονται επίσης στο Brodowin. Για να επισκεφτούν το αγρόκτηµα, για να κάνουν σύντοµες διακοπές, για να βιώσουν έστω και για λίγες µέρες την αίσθηση του Brodowin. Η βιοποικιλότητα είναι ποιότητα ζωής. Καθώς κολυµπούσα σε µια από τις κοντινές λίµνες, παρατηρούσα τους µαύρους γλάρους να πιάνουν τις λιβελούλες. Για πρώτη φορά άκουγα τη φωνή του πουλιού συκοφάγος. Τις σταρήθρες, που σε άλλες περιοχές είναι σπάνιες, εδώ µπορείτε να τις εντοπίσετε παντού. Τα λουλούδια πασχαλούδες, ή κοινώς δακράκια, είχα να τα δώ από την παιδική µου ηλικία! Τις ήσυχες νύχτες, οι ήχοι από τα κοάσµατα των κόκκινων φρύνων φτάνουν µέχρι το χωριό. Άραγε θα µπορέσει κάποτε να κυριαρχήσει παντού η αντίληψη που διατρέχει το Brodowin;

«Τα βιολογικά επεκτείνονται», ακούω στο ραδιόφωνο. «Τα βιολογικά κερδίζουν έδαφος», έχει ως τίτλο του το περιοδικό «Stern». ∆ιαβάζω, ότι οι αγρότες βιολογικών καλλιεργούν 150.000.000 στρέµµατα στη Γερµανία. Το νούµερο φαντάζει µεγάλο, ωστόσο, αντιστοιχεί µόνο στο 9% της συνολικής έκτασης και είναι ακόµη πολύ µακριά από τον κυβερνητικό στόχο: µέχρι το 2030 να φτάσουν οι οικολογικές καλλιέργειες το 20%. Για το οµόσπονδο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, στο οποίο κατοικώ, ο τίτλος θα έπρεπε να είναι: «Βιολογικές καλλιέργειες µε το κιάλι». Εδώ, µόνο το 4% των γεωργικών εκτάσεων καλλιεργούνται οικολογικά. Αυτό σηµαίνει ότι οι αγρότες διατηρούν συµβατικές καλλιέργειες στο 96% των εκτάσεων και αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 91% των εκτάσεων στην υπόλοιπη Γερµανία. Και ενώ οι αγρότες στο Brodowin έχουν σταµατήσει να ψεκάζουν µε φυτοφάρµακα εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες, η συµβατική γεωργία παρέµεινε στα επίπεδα του 1990.

Αν παρατηρήσετε ένα καλαµποκοχώραφο συµβατικής καλλιέργειας θα εκπλαγείτε όταν δείτε πόσο πυκνoφυτεµένο είναι. Προκειµένου να επιτευχθούν ολοένα και υψηλότερες αποδόσεις στα ίδια χωράφια, οι αγρότες ψεκάζουν σχεδόν κάθε χρόνο µε περισσότερα εντοµοκτόνα, µυκητοκτόνα, ζιζανιοκτόνα και λιπάσµατα. Τα µηχανήµατά τους µεγαλώνουν συνεχώς ώστε να είναι πιο αποτελεσµατικά όταν σπέρνουν, θερίζουν, αλωνίζουν και συγκοµίζουν. Οι θεριζοαλωνιστικές µηχανές, που µαζεύουν το καλαµπόκι το φθινόπωρο, είναι πλατύτερες και από τους επαρχιακούς δρόµους στην περιοχή όπου ζω. Η σχέση ανάµεσα στην αύξηση της απόδοσης και την απώλεια της βιοποικιλότητας µπορεί εύκολα να µετρηθεί. Ο γενικός κανόνας είναι ο εξής: όταν η απόδοση διπλασιάζεται, ο αριθµός των ειδών µειώνεται στο µισό. Έτσι, η φύση πληρώνει το τίµηµα στην προσδοκία της υψηλής σοδειάς. Αλλά ποιο θα ήταν το τίµηµα εάν η πλειονότητα των αγροτών δεν ενεργούσε µε αυτό τον τρόπο; Και ποιος θα έπρεπε να το πληρώσει;

Πριν από λίγο καιρό, ήµουν προσκεκληµένη σε µια κοινοβουλευτική συνάντηση στο Βερολίνο µε θέµα την εξαφάνιση των εντόµων. Επί του θέµατος συζητούσαν στο πόντιουµ εξειδικευµένοι επιστήµονες. ∆εν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αλλάξει πορεία η συζήτηση από τα έντοµα υπό εξαφάνιση στους αγρότες που χρησιµοποιούν φυτοφάρµακα. Και να αναφερθεί ο όρος γεωργική επανάσταση. Τι σηµαίνει αυτό; Τη µετατροπή της υπάρχουσας γεωργίας σε µια οικονοµία όπως αυτής στο Brodowin. Κατά τη διάρκεια της δεξίωσης που ακολούθησε, συνοµιλούσα µε έναν νεα­ρό άντρα, ο οποίος αντιπροσώπευε τα συµφέροντα µιας εταιρείας που κατασκεύαζε αγροχηµικά προϊόντα. Η φράση που χρησιµοποιούσε συχνότερα ο συνοµιλητής µου ήταν: κενό απόδοσης. Ο όρος «κενό απόδοσης» περιγράφει τη διαφορά ανάµεσα στο κέρδος που µπορεί να αποδώσει ένα χωράφι, όταν ένας αγρότης τηρεί τις συνήθεις τακτικές, και στο πραγµατικό κέρδος. Η απόδοση των βιολογικών καλλιεργειών τείνει να είναι χαµηλότερη από εκείνη των παραδοσιακών καλλιεργειών, και οι τιµές ποικίλλουν από καλλιέργεια σε καλιέργεια και από µέρος σε µέρος. Εµείς στη Γερµανία, είπε ο συνοµιλητής, είµαστε υποχρεωµένοι να συµβάλλουµε όσο το δυνατόν περισσότερο στην παγκόσµια διατροφή µε τα εύφορα εδάφη και το εύκρατο κλίµα µας. Και αν τελικά οι βιολογικές καλλιέργειες δεν είναι χρήσιµες για τη φύση, αλλά επιβλαβείς; Μέχρι το τέλος της εκδήλωσης είχαµε ανταλλάξει επαγγελµατικές κάρτες και στη συνέχεια µου έστειλε ένα e-mail, στο οποίο επισύναπτε µία µελέτη που τεκµηρίωνε επιστηµονικά τις απόψεις του.

Η βασική θέση της µελέτης ήταν η εξής: όταν οι αγρότες σε ολόκληρο τον κόσµο θα µετέτρεπαν τις καλλιέργειές τους σε βιολογικές, το κενό απόδοσης που θα δηµιουργούνταν υπολογιζόταν στο 25%. Για να καλυφθεί, θα έπρεπε να χρησιµοποιηθούν περισσότερες εκτάσεις. Και από πού θα έπρεπε να «κλέψουµε» αυτά τα κοµµάτια γης αν όχι από τις τελευταίες εναποµείνασες φυσικές περιοχές; Σε παγκόσµιο επίπεδο, οι βιολογικές καλλιέργειες επί του παρόντος αντιστοιχούν στο 1,2%. Η µελέτη αποτελεί απλώς µια υπόθεση εργασίας, παρόλο που είναι ενδιαφέρουσα.

Ο Teja Tscharntke, καθηγητής αγροοικολογίας, χαµογελά και κουνάει το κεφάλι του όταν του µιλώ για αυτή την άποψη που αφορά την παγκόσµια πείνα και την ευθύνη µας να την καταπολεµήσουµε. Στις µέρες µας, σε παγκόσµιο επίπεδο, παράγονται αρκετές θερµίδες για όλους, λέει. Το βασικό πρόβληµα είναι ο άνισος καταµερισµός: οι φτωχοί δεν µπορούν να προµηθευτούν φαγητό. Και ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των τροφίµων µας δεν καταλήγει στο στοµάχι µας, αλλά στα σκουπίδια. «Εάν στη Γερµανία νοιαζόµασταν πραγµατικά για τη µοίρα των ανθρώπων που πεινάνε, τα πρώτα πράγµατα για τα οποία θα έπρεπε να συζητήσουµε θα ήταν η σπατάλη στις πλούσιες χώρες, η έλλειψη κατάλληλων χώρων αποθήκευσης στις φτωχές χώρες, η µείωση της θρεπτικής αξίας εξαιτίας της διατροφής των ζώων και των µέτρων ενίσχυσης του εδάφους, και όχι τα κενά απόδοσης». Ο Τscharntke διδάσκει στο πανεπιστήµιο του Γκέτιγκεν. Όταν τον επισκέφτηκα, είχε ένα συµβόλαιο πάνω στο γραφείο του. Μια µεγάλη γερµανική εταιρεία αγροχηµικών προϊόντων τού είχε προτείνει συνεργασία. Πολλοί από τους συναδέλφους του εργάζονται σε ερευνητικά προγράµµατα χρησιµοποιώντας κεφάλαια από την οικονοµία της αγοράς. Ο Tscharntke δεν θα υπέγραφε το συµβόλαιο, γιατί, όπως είπε, «Μετά είσαι εξαρτηµένος από αυτούς». Ο Teja Tscharntke θέλει να είναι ανεξάρτητος τόσο από τη βιοµηχανία όσο και από τα κόµµατα και αυτός είναι ο λόγος που η γνώµη του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στους επιστηµονικούς κύκλους. Προσωπικά, µε ενδιαφέρει η γνώµη του για τη µελέτη που µου έστειλε ο νεαρός οµιλητής, η οποία βασίζεται πάνω σε µία παλιότερη µελέτη. Οι ειδικοί χρησιµοποιούν τον αγγλικό όρο land sharing/land sparing (κατανοµή γης/εξοικονόµηση γης). Πίσω από αυτό τον όρο βρίσκεται το ερώτηµα εάν οι καλλιέργειες και η προστασία της φύσης πρέπει να µοιραστούν τη γη (κατανοµή γης). Ή, αν είναι προτιµότερο να µην υπάρξει διαχωρισµός ανάµεσά τους: από εδώ οι γεωργικές καλλιέργειες και από κει τα φυσικά καταφύγια (εξοικονόµηση γης).

Ο Teja Tscharntke αναζητά µια συµβιβαστική λύση ανάµεσα στην κατανοµή και την εξοικονόµηση της γης. Και αυτό το δικαιολογεί ως εξής: «∆ιαφορετικά είδη θα βρείτε στη βόρεια από ό,τι στη νότια Γερµανία. Όµως αυτές οι διαφορές δεν υφίστανται µόνο µεταξύ γεωγραφικών περιοχών που είναι αποµακρυσµένες µεταξύ τους». Η σύνθεση των οικοσυστηµάτων αλλάζει διαρκώς, ακόµα και σε µικρότερη κλίµακα. Την αύξηση της βιοποικιλότητας που προκύπτει από αυτές τις διαφορές, την αποκαλεί Β-βιοποικιλότητα. Εάν προστατεύαµε τη φύση µόνο σε µια συγκεκριµένη περιοχή, πολλά είδη που ζουν λίγο πιο αποµακρυσµένα θα εξαφανίζονταν. Και αυτό έχει εφαρµογή στη διαχείριση της βιοποικιλότητας µεγάλης κλίµακας, για την οποία δεν χρειαζόµαστε µόνο προστατευόµενες περιοχές (εξοικονόµηση γης), αλλά και φιλικά προς το περιβάλλον γεωργικά τοπία (κατανοµή γης), τα οποία επιτρέπουν τη δικτύωση µεταξύ των χώρων διαβίωσης των οργανισµών.

Σύµφωνα µε τον Tscharntke, µπορούµε να υποστηρίξουµε τη βιοποικιλότητα και µε άλλες µορφές, εκτός της βιολογικής γεωργίας. Μια άλλη επιλογή θα ήταν σε µικρές αγροτικές περιοχές που να είναι κατάφυτες από φυτά µε ξυλώδη κορµό, να έχουν επαρχιακούς δρόµους, αγριολούλουδα, φράχτες, λίµνες. «Αυτό έχει ως επακόλουθο την ολοένα και λιγότερη χρήση και κατ’ επέκταση εξάλειψη των τεχνητών λιπασµάτων και φυτοφαρµάκων», λέει ο Tscharntke. Οι µικρής κλίµακας καλλιέργειες δεν θα είναι εις βάρος της απόδοσης, αλλά εις βάρος της αποτελεσµατικότητας. «Συνεπώς, ένας αγρότης θα έπρεπε να επενδύσει πολύ περισσότερο χρόνο για να έχει το µικρής κλίµακας χωράφι του την ίδια απόδοση όπως και τα µεγάλα χωράφια».

∆ιηγούµαι στον Teja Tscharntke την εµπειρία µου από το Brodowin, όπου οι αγρότες όχι µόνο έχουν βιολογικές καλλιέργειες, αλλά κάνουν χώρο στις καλλιέργειές τους και για τα υπόλοιπα πλάσµατα της φύσης. «Εξαιρετικά!», αναφωνεί ο ερευνητής. «Εάν αυτό, αποτελούσε προϋπόθεση πιστοποίησης για όλες τις βιολογικές καλλιέργειες, θα ήταν τεράστια επιτυχία!» Λίγο πριν αποχαιρετιστούµε, ο Tscharntke µου δίνει τροφή για σκέψη. Εµείς οι καταναλωτές δεν θα έπρεπε να ανησυχούµε για τις συνθήκες παραγωγής; Και αναφέρει ως παράδειγµα τη σόγια. Στη Νότια Αµερική, καταστρέφονται τα τροπικά δάση και παραβιάζονται τα δικαιώµατα των αυτόχθονων πληθυσµών για χάρη της καλλιέργειας σόγιας. Με τα µισά από αυτά τα φυτά, που είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες, οι ντόπιοι αγρότες ταΐζουν τα βοοειδή τους και παράγουν φτηνό κρέας και γάλα. Εδώ η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει ορίσει κανόνες που αφορούν την εισαγωγή τροφίµων. Και έτσι εκτός από την ερώτηση τι πρέπει κάποιος να αγοράζει, θα πρέπει να αναρωτηθεί και τούτο: τι δεν πρέπει να αγοράζει;

Η βιοµηχανία της γεωργίας είναι παγκοσµιοποιηµένη και αυτό που συµβαίνει στα 320 στρέµµατα των Βressel µοιάζει να είναι το πιο φυσικό πράγµα στον κόσµο. Είναι µια κυκλική οικονοµία: οι αγελάδες τρώνε χορτάρι, µηρυκάζουν, εκκρίνουν την τροφή που έχουν χωνέψει και έτσι λιπαίνουν το έδαφος. Ύστερα από τρία, τέσσερα χρόνια, έχει σχηµατιστεί αρκετό χώµα και οι αγρότες είναι έτοιµοι να σπείρουν νέες καλλιέργειες στην περιοχή. Η Martina Bressel µας λέει ότι «τα βοσκοτόπια είναι η µητέρα όλης της γεωργίας».

Είναι ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Κάθοµαι απέναντί της κάτω από τον ίσκιο µιας καστανιάς. Πριν από λίγο αφήσαµε τις 6 αγελάδες να βοσκήσουν ελεύθερες στα βοσκοτόπια. Όλα τα ζώα της οικογένειας Bressel είναι τόσο εξηµερωµένα που ακόµα και ξένοι µπορούν να τα πλησιάσουν άφοβα. Η Martina κρατάει στην ποδιά της ένα κουτί µε φρέσκα κρεµµυδάκια και τα καθαρίζει ενόσω συζητάµε. Είµαι δίπλα της εδώ και µισή µέρα σχεδόν και δεν περνάει ούτε ένα λεπτό χωρίς να απασχοληθεί µε κάτι.

Εκείνη και ο σύζυγός της, ο Ulrich Bres­sel, είναι βιοδυναµικοί καλλιεργητές και ανήκουν στον συνεταιρισµό Demeter. Το αγρόκτηµά τους ονοµάζεται «Χελιδονοφωλιά» και βρίσκεται περίπου 3 χιλιόµετρα µακριά από το Brodowin. Μοιάζει επίσης µε το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι», αλλά σε λιγότερο επιµεληµένη έκδοση. Ένα σκουριασµένο τρακτέρ, ένας φράχτης µε σχιστόλιθους, κουτιά πεταµένα σε κάθε γωνιά.

Ο συνεταιρισµός Demeter έχει τα αυστηρότερα κριτήρια και προδιαγραφές για τους κτηνοτρόφους που είναι µέλη του – τους καθοδηγεί ακόµη και για το πώς πρέπει να λιπάνουν το χωράφι τους µε κοπριά έτσι ώστε να το προετοιµάσουν για τη σπορά. Η οικογένεια Bressel, εκτός από αγελάδες, εκτρέφει επίσης κοτόπουλα, χήνες, πάπιες, χοίρους, πρόβατα, κατσίκες και µέλισσες. Πόσο τυχερά ζώα! Τα γουρούνια βυθίζονται µέσα στη λάσπη και τα µοσχαράκια τρέχουν δίπλα στη µητέρα τους. Οι Bressel µεταποιούν τα περισσότερα από τα προϊόντα της φάρµας τους. Αυτό απαιτεί σκληρή δουλειά. Από το γάλα η Martina φτιάχνει τυρί, γιαούρτι και ένα εύγευστο τυρόπηγµα. Με τα µήλα, τα αχλάδια, τα βατόµουρα και τα κυδώνια από τους οπωρώνες τους φτιάχνουν χυµούς ή µαρµελάδες. Ωστόσο, το πιο ευγενές προϊόν είναι το κρέας των ζώων, τα οποία τρέφονται αποκλειστικά µε χορτάρι, γογγύλια και σιτηρά που καλλιεργούν στη φάρµα τους. «Ε, σχεδόν», µουρµουρίζει η Martina. Είναι γνωστό στο χωριό ότι οι αγελάδες της οικογένειας Bressel βρίσκονται πολύ συχνά µέσα σε ξένα λιβάδια.

Η οικογένεια εργάζεται καθηµερινά από το πρωί µέχρι αργά το βράδυ, και συγχρόνως έχει να µεγαλώσει και τα 5 παιδιά της. Η Martina Bressel είναι 59 ετών. Τα µακριά γκρίζα της µαλλιά είναι πιασµένα σε πλεξούδα, φοράει ένα φαρδύ πουκάµισο και δεν έχει τη λάµψη ούτε και τα κόκκινα µάγουλα των ανθρώπων που παρουσιάζονται  στις σελίδες της εφηµερίδας που εκδίδει ο συνεταιρισµός Demeter. Φαίνεται εξαντληµένη.

«Κάνουµε όλες µας τις δουλειές ακρι­βώς όπως υπαγορεύονται από τον συνεταιρισµό». Και ο συνεταιρισµός θεωρεί ότι η Martina Bressel θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα ευγνώµων που ανήκει σε αυτόν, διότι οι µικροκαλλιεργητές όπως αυτή επιδοτούνται περισσότερο ή παίρνουν υψηλότερες τιµές για τα προϊόντα τους. Στο αγρόκτηµα των Bressel ένα κιλό φράουλες κοστίζει 4,50 ευρώ. Για ένα µπουκάλι χυµό, πληρώνεις 2,50 ευρώ. Με 3 ευρώ αγοράζεις 100 γραµµάρια ζαµπόν. ∆εν θεωρώ αυτές τις τιµές υψηλές, ιδίως αφότου γνώρισα τον τρόπο µε τον οπoίο παράγει η συγκεκριµένη οικογένεια τα προϊόντα της. Όµως η Martina λέει «δεν µπορώ να κάνω κάτι περισσότερο». Όλο και πιο συχνά ακούει από ανθρώπους που επισκέπτονται το κατάστηµά της ότι η αγορά τροφίµων συρρικνώνεται επειδή τα ενοίκια στη µεγαλούπολη είναι πολύ υψηλά. Ωστόσο, µία πελάτισσα κάποτε της είπε ότι µπορούσε να της τεκµηριώσει, καθώς κατέγραφε για πολλά χρόνια τα έξοδα του σπιτιού, ότι τα βιολογικά προϊόντα δεν είναι καθόλου ακριβά, γιατί δεν πετάς τίποτα. «Λογικό», λέει η Martina, «γιατί ακόµα το ψωµί είναι νόστιµο µέχρι το τελευταίο ψιχουλάκι του». Μπορούν όµως όλοι να αγοράσουν βιολογικά προϊόντα; Μπορούµε να περιστρεφόµαστε ατέρµονα γύρω από το συγκεκριµένο θέµα. Όµως, κατά τη γνώµη µου η συζήτηση περί βιολογικών προϊόντων έχει πάρει λάθος κατεύθυνση. Το στοίχηµα είναι να µην καταναλώνει τα προϊόντα της οικογένειας Bressel µόνο η εύπορη µεσαία τάξη, αλλά και εκείνοι που έχουν χαµηλότερες αποδοχές να µπορούν να εξασφαλίζουν ποιοτικότερο κρέας.

Επιπλέον, όλοι αλλάζουν τις συνήθειές τους. Καταναλώνουν περισσότερα φρούτα και λαχανικά, περισσότερα εποχικά προϊόντα, λιγότερο κρέας και κάποιες φορές καταναλώνουν και βιολογικά προϊόντα. Περίπου 200 δισεκατοµµύρια ευρώ ξοδεύουν ετησίως τα νοικοκυριά στη Γερµανία για είδη διατροφής (συµπεριλαµβανοµένων των ποτών), εκ των οποίων περίπου 11 δισεκατοµµύρια για βιολογικά προϊόντα. Αυτό αντιστοιχεί στο 11%. Πώς θα µπορούσε να αυξηθεί η ζήτηση; Και πώς µπορούµε να δηµιουργήσουµε αγοραστές που καταναλώνουν «αποκλειστικά» βιολογικά προϊόντα (επί του παρόντος αποτελούν το 3%) αντί για αγοραστές που καταναλώνουν «συχνά» βιολογικά προϊόντα; Και κοίτα ποιος µιλάει! Γιατί, ενόσω γράφω αυτά, τρώω µια έτοιµη πίτσα.

 

Ο Ralph Hertwig παρατηρεί ένα χάσµα συµπεριφοράς στην περίπτωσή µου. Έχω όλη την καλή θέληση, αλλά δεν καταφέρνω να εκπληρώσω τους στόχους µου. Είναι ψυχολόγος και διευθύνει την έδρα του Προσαρµοστικού Ορθολογισµού (Adaptive Rationality) στο Ινστιτούτο για την Ανθρώπινη Συµπεριφορά Max Planck στο Βερολίνο. Ο ίδιος και η οµάδα του ερευνούν µε ποιο τρόπο παίρνουν αποφάσεις οι άνθρωποι µέσα στον πολύπλοκο κόσµο µας. Προφανώς έχουµε στη διάθεσή µας ένα είδος εργαλειοθήκης, την οποία χρησιµοποιούµε κατά τη λήψη αποφάσεων. Στεκόµαστε µπροστά από µια δύσκολη επιλογή και τη σκεφτόµαστε ξανά και ξανά, τη ζυγίζουµε. «Όµως αυτό αποτελεί εξαίρεση. Για τις περισσότερες αποφάσεις µας στηριζόµαστε σε απλές στρατηγικές, σε απλές τελετουργίες, στη ρουτίνα µας.

«Πώς µπορεί κάποιος να αλλάξει τις αποφάσεις του; Τι είναι αυτό που ωθεί έναν άνθρωπο στην κατανάλωση µικρότερων ποσοτήτων κρέατος και στην αγορά προϊόντων φιλικών προς το περιβάλλον; «Σύµφωνα µε τον Hertwig, πιθανόν το πρώτο ερώτηµα να αποτελεί ένα πρόβληµα, διότι οι περισσότεροι από εµάς δεν γνωρίζουν πως η παραγωγή κρέατος, λουκάνικων και τυριών ρυπαίνει το περιβάλλον». Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιµο να υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Για παράδειγµα, ένα γράφηµα δείχνει µε εντυπωσιακό τρόπο πόσο υψηλή είναι η ρύπανση από CO2 όταν παράγουµε βόειο κρέας σε σύγκριση µε την παραγωγή φασολιών. «Το επόµενο βήµα αφορά τις απλές και ακριβείς στρατηγικές συµπεριφοράς. Για παράδειγµα, πείτε ότι θα τρώτε κρέας και λουκάνικο µόνο κάθε δύο ή τρεις ηµέρες την εβδοµάδα – είναι καλύτερο να ορίσετε τις ακριβείς ηµέρες. Ή, ότι θα αγοράζετε πάντα εποχικά υπαίθρια προϊόντα». Επίσης, είναι εξαιρετικά σηµαντικό να σκεφτείτε πώς θα αντιµετωπίσετε τα εµπόδια που ενδεχοµένως θα προκύψουν – όπως η διαχείριση του χρόνου. «Προφανώς και δεν καταφέρνουµε να πάµε καθηµερινά στην αγορά. Ίσως, λοιπόν, µία λύση θα µπορούσε να είναι τα πακέτα µε λαχανικά που διανέµουν κατ’ οίκον οι καλλιεργητές σε ιδιώτες πελάτες».

Επιστρέφοντας από το ταξίδι µου συνειδητοποιώ κάτι που συνήθως περνάει απαρατήρητο: το χωριό µου, ολόκληρη η περιοχή, βροµάει. Λιβάδια περιβάλλουν το σπίτι µου και ένα από τα παλιότερα και µεγαλύτερα πειράµατα για τη βιοποικιλότητα λαµβάνει χώρα και περιστρέφεται γύρω από αυτό το οικοσύστηµα. Το πείραµα Jena, το οποίο ξεκίνησε το 2002. Στα περίχωρα της πόλης της Θουριγγίας, οι ερευνητές χώρισαν µια έκταση 10 στρεµµάτων σε εκατοντάδες µικρότερα χωράφια. Στους νέους χώρους, διαστάσεων 20×20 µέτρων το καθένα, φυτεύτηκαν βότανα, όσπρια, αλλά και τριφύλλι και χόρτα. Σε ένα χωράφι έσπειραν µόνο ένα είδος, στα επόµενα δύο είδη, σε άλλα τέσσερα και ούτω καθεξής, έως ότου έφτασαν να φυτέψουν 60 διαφορετικά είδη. Τα πρώτα χρόνια τα φυτά αναπτύχθηκαν οµοιόµορφα. Όσο όµως περισσότερο διαρκούσε το πείραµα τόσο εµφανείς γίνονταν οι διαφορές ανάµεσα στα χωράφια. Οι µονοκαλλιέργειες απέδιδαν όλο και λιγότερο. Τα χωράφια µε τα περισσότερα είδη απέδιδαν περισσότερο. Γιατί; ∆ιότι η βιοποικιλότητα που αναπτύχθηκε στην επιφάνεια είχε ως αποτέλεσµα την αφθονία των ειδών και υπογείως. Όµως έπρεπε να ωριµάσουν οι συνθήκες. Ζώα του εδάφους, όπως γαιοσκώληκες και µικροοργανισµοί, έδωσαν µε τη σειρά τους ώθηση στην ανάπτυξη πάνω από το έδαφος. Και τότε ο υπόγειος κόσµος επωφελήθηκε ξανά. Αυτή η ανατροφοδότηση σηµαίνει ότι τα λιβάδια που είναι πλούσια σε είδη παράγουν περισσότερη βιοµάζα σε σχέση µε εκείνα που υπολείπονται ποικιλίας ειδών.

Το πείραµα Jena αφορά αυτή τη βασική έρευνα που, παρέχει σηµαντικές πληροφορίες στους αγρότες: ένα πολύχρωµο λιβάδι µπορεί να σου δώσει µια καλή σοδειά γάλακτος και µαλλιού. Προσφέρει τροφή υψηλής ενέργειας στα βοοειδή και περιορίζει τις πληµµύρες, την ξηρασία και τα παράσιτα. Ωστόσο, τα λιβάδια τα τελευταία χρόνια, όχι µόνο εδώ, αλλά και στα βορειοανατολικά της Κάτω Σαξονίας, δεν είναι πιο πολύχρωµα, αλλά πιο πράσινα. Σε πολλές περιπτώσεις ευδοκιµούν στα χωράφια µόνο τρία είδη φυτών. Οι µίσχοι τους φύονται τόσο πυκνά που κανένα πουλί δεν µπορεί να αναπαραχθεί εκεί µέσα. Τα έντοµα µόλις που βρίσκουν τροφή στα φυτά. Τα λιβάδια φαίνονται γόνιµα – όµως από οικολογικής άποψης είναι νεκρά. Ο λόγος;

Η κοπριά από ούρα και κόπρανα. Σε αντίθεση µε τα βοοειδή της οικογένειας Bressel, τα ζώα των τοπικών γαλακτοπαραγωγικών εκµεταλλεύσεων έχουν αποσυνδεθεί από την ανάπτυξη της περιοχής. Η υγρή κοπριά που απορρίπτεται στα λιβάδια έχει υψηλή περιεκτικότητα σε θρεπτικά στοιχεία που, όµως, αποµυζά τη ζωή των ειδών, µε αποτέλεσµα τις χαµηλές αποδόσεις των χωραφιών. Στο Brodowin ήµουν αισιόδοξη για την καταναλωτική µου δύναµη. Τώρα αισθάνοµαι αποθαρρηµένη. Περισσότερη από τη µισή ποσότητα του γάλακτος που παράγεται στη Γερµανία, δηλαδή 33 εκατοµµύρια τόνοι ετησίως, εξάγεται. Πώς θα µπορούσα εγώ, ως καταναλωτής, να επηρεάσω αυτή την κατάσταση;

Το απόγευµα είµαι καλεσµένη σε µια γιορτή. Οι καλεσµένοι κάθονται σε έναν µεγάλο κύκλο. Ένας γνωστός µου ζητάει να µάθει το θέµα που ερευνώ τον τελευταίο καιρό. Γεµάτη ενθουσιασµό τού διηγούµαι για το Brodowin, για τους αγρότες του, για την αίσθηση που είχα ότι ταξίδευα στη φύση της παιδικής µου ηλικίας. Μία φωνή από την άλλη πλευρά του τραπεζιού διακόπτει ξαφνικά τον ενθουσιασµό µου. «Οικολογία; Ταξίδι στα ανατολικά; Για ακούστε», αρχίζει και φωνάζει. «Αυτά τα αγροκτήµατα τελούν υπό ειδικό καθεστώς επιδοτήσεων. Εάν έπαιρνα εγώ αυτά τα χρήµατα, θα µπορούσα να κάνω τελείως διαφορετικές επιχειρήσεις». Θα µπορούσα να απαντήσω πώς αυτό που λέει είναι αλήθεια. Οι βιοκαλλιεργητές παίρνουν υψηλότερα ασφάλιστρα και ειδικές επιδοτήσεις από το γεωργικό ταµείο της Ε.Ε. εν συγκρίσει µε τους συναδέλφους τους της συµβατικής γεωργίας. Για το οικολογικό χωριό Βrodowin που περιλαµβάνει 15.000 στρέµµατα καλλιεργήσιµης γης οι επιδοτήσεις το 2018 ανήλθαν σε 665.646 ευρώ. Τον τελευταίο καιρό ακούγονται πολλά για το χωριό. Αλλά για σκεφτείτε και τους 140 εργάτες του χωριού. Το καθαρό νερό! Τη βιοποικιλότητα!

∆εν απάντησα στην κυρία που µε ρώτησε και άλλαξα θέµα συζήτησης. Ο τόνος της ήταν πολύ επιθετικός. Ο ψυχολόγος Ralph Hertwig εξήγησε ότι το να υποβαθµίζεις τη θέση των άλλων ανθρώπων οφείλεται συχνά στη γνωστικής ασυµφωνία. Είναι σαφές στο µυαλό των γκρινιάρηδων ανθρώπων ότι πρέπει να αλλάξουν τη συµπεριφορά τους. Όµως δεν είναι έτοιµοι γι’ αυτό. Προκειµένου να εξοµαλυνθεί και να επιλυθεί η ασυνέπεια ανάµεσα στη σκέψη και τη δράση τους, υποτιµούν τα λεγόµενα του συνοµιλητή τους. Όλοι, βέβαια, υπερασπιζόµαστε τον εαυτό µας ενάντια στην άσχηµη κριτική. Σκέφτηκα και µια άλλη ιστορία που µου είχε διηγηθεί ο Ralph Hertwig. Πριν παντρευτεί ο Κάρολος ∆αρβίνος, ο εισηγητής της Θεωρίας της Καταγωγής των Ειδών, κρύφτηκε βαθιά µέσα στο δωµάτιο που αποθήκευε τα εργαλεία του προκειµένου να λάβει τις αποφάσεις του. Σκεφτόταν, ότι θα έχει στο πλευρό του έναν άνθρωπο να αγαπήσει. Αυτό ήταν σίγουρα καλύτερο από ένα σκυλί. Σκεφτόταν ότι θα γοητευόταν από τη µουσική και από τη γυναικεία κουβέντα. Και από την άλλη πλευρά σκεφτόταν τους συγγενείς που θα τους επισκέπτονταν συχνά και αυτό το θεωρούσε φοβερό χάσιµο χρόνου.

Κάποιες φορές φαντάζοµαι ότι είµαι αγρότισσα σε περιόδους µαζικής εξαφάνισης των ειδών και χρειάζεται να αντιµετωπίσω το δίληµµα αν θα πρέπει να αλλάξω την επιχείρησή µου από παραδοσιακή σε βιολογική. Λαµβάνω σοβαρά υπόψη τις υψηλότερες επιδόσεις. Χάρη στις καλύτερες, µα κυρίως χάρη στις σταθερότερες τιµές, δεν υπάρχει πλέον φόβος για τα σκαµπανεβάσµατα της αγοράς. Αυτό συνεπάγεται µεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση, λιγότερες δαπάνες για φυτοφάρµακα και αυξηµένη βιοποικιλότητα σε όλα τα αγροκτήµατα. ∆εν είναι τυχαίο λοιπόν πως για το 2018 τα οµόσπονδα κρατίδια ανέφεραν αριθµούς ρεκόρ για εγγραφές εται­ρειών που επιθυµούν να µετατρέψουν τις παραδοσιακές τους καλλιέργειες σε βιοκαλλιέργειες.

 


Σχολιάστε